Η φωνή


image002(1750)
«Και τώρα, η ώρα των ειδήσεων εις την γαλλικήν», ανακοίνωνε η εκφωνήτρια και η Φαίδρα έτρεξε και πήρε τη γνωστή της θέση δίπλα στο κομψό και λουστραρισμένο ραδιόφωνο. Σχεδόν το αγκάλιασε και περίμενε με αγωνία τη φωνή του. Εκείνη τη βαθιά, τη ζεστή, την καθαρή, τη μελωμένη φωνή, στην οποία η μελωδική χροιά της γαλλικής γλώσσας προσέδιδε ουράνια διάσταση. Κάθε μέρα, την ίδια πάντα ώρα, βρισκόταν στη θέση της. Δεν αγκάλιαζε το ραδιόφωνο, εκείνον θαρρούσε πως αγκαλιάζει κι άφηνε την καρδιά της να βουλιάζει σε βελούδο. Εκείνον, με τη μελιστάλακτη φωνή, που της είχε συνεπάρει νου και καρδιά. Οι ειδήσεις ήταν δυσάρεστες. Μες στην Κατοχή, τι άλλο θα μπορούσαν να είναι; Εκείνη, γαλλικά δεν ήξερε, αλλά το «Δελτίο Ειδήσεων εις την γαλλικήν» δεν το έχανε με τίποτα.
Εκεί, κάπου στον Πειραιά, βρισκόταν το εργαστήριο του πατέρα της, που έραβε πουκάμισα. Ραπτομηχανές, σιδερώστρες, σίδερα βαριά και αχνιστά, εργάτριες, υφάσματα, κουμπιά, νήματα, τραγούδια και γκρίνιες. Ένα σκηνικό γεμάτο ένταση, βιάση, δημιουργία. Εκεί και η Φαίδρα. Μάθαινε, παρακολουθούσε, έραβε και καρίκωνε, βοηθούσε στις εξωτερικές δουλειές και σ’ όλων των ειδών τα θελήματα. Όταν όμως έφτανε η ώρα των ειδήσεων στα γαλλικά, έτρεχε στο άδειο γραφείο του πατέρα, κλειδωνόταν μην την ενοχλήσουν κι άφηνε τη φαντασία της και τα αισθήματά της να καλπάζουν, ξέφρενα και αχαλίνωτα προς το όνειρο.
«Amis auditeurs, bonjour…», ξεκινούσε ο εκφωνητής των γαλλικών ειδήσεων με τη μεστωμένη και γλυκιά φωνή του κι εκείνη έλιωνε στον πρωτόγνωρο πόθο. Ο Ντένης. Ο νεαρός Ντένης, που έβγαζε το ψωμί του με αυτόν τον τρόπο, πού να φανταζόταν τι θύελλες ξεσήκωνε κάπου εκεί στις γειτονιές του Πειραιά;

Η οικογένειά του ζούσε από χρόνια στο Παρίσι. Εκεί γεννήθηκε κι ο ίδιος. Οι γονείς του είχαν μεταναστεύσει από την Κωνσταντινούπολη το 1908 και βρήκαν μια καινούργια πατρίδα και στέγη για τα παιδιά και τα όνειρά τους. Όλα πήγαιναν καλά, μα το 1939, ο πιτσιρικάς τότε ο Ντένης ήταν ατακτούλης και το κακό δεν άργησε να γίνει. Γεννημένος το 1920, ήταν τώρα κοντά είκοσι χρονών, αλλά μυαλό δεν είχε βάλει. Όργωνε κυριολεκτικά με το ποδήλατο και την παρέα του τους δρόμους του Παρισιού, κάνοντας αγώνες, κόντρες κι ό,τι άλλο σκαρφίζονταν τα ατίθασα μυαλά της παρέας. Ενεργητικότητα και δράση τελειωμό δεν είχαν. Όταν κουράζονταν, δεν είχαν παρά να πιαστούν από το τραμ και να τους σέρνει εκείνο, χωρίς κόπο ή εισιτήριο. Κάποια από αυτές τις φορές στάθηκε η άτυχή του στιγμή. Το κακό δε θέλει και πολύ για να γίνει και μάλιστα όταν το προκαλείς και ως ένα σημείο. Ένα απότομο φρενάρισμα, κάποια στροφή, το κακό πιάσιμο, το χάσιμο της ισορροπίας, κάτι από όλα αυτά, ήταν η αιτία και ο Ντένης βρέθηκε πεσμένος και παρασυρμένος από το τραμ στις γραμμές. Αιμόφυρτο τον σήκωσαν και στο χειρουργείο αναγκάστηκαν να του αφαιρέσουν το ένα νεφρό. Όταν μετά από καιρό ανάρρωσε, οι γιατροί σύστησαν, ότι έπρεπε να ξεκουραστεί για αρκετούς μήνες και αν ήταν δυνατόν, σε καλύτερες κλιματολογικές συνθήκες. Δεν άργησε η οικογένεια να το αποφασίσει. Μάνα και γιος κίνησαν για την άγνωστη πατρίδα. Για την Ελλάδα. Καημό και μαράζι το είχε η μητέρα του, ένα σπιτάκι στην Αθήνα. Το κομπόδεμα από οικονομίες και στερήσεις, τους συνόδεψε στην Αθήνα για την εκπλήρωση του ονείρου, μαζί με την ανάρρωση του παιδιού. Μέχρι να αποφασιστεί η μετακίνηση, μέχρι να πραγματοποιηθεί, μέχρι να βρουν κάπου να μείνουν, το 1939 έγινε 1940. Και καθώς οι μήνες διαδέχονταν ο ένας τον άλλον, έφτασε ο δίσεκτος Οκτώβρης του πολέμου. Αφού δυσκόλευαν τόσο οι καταστάσεις, αποφάσισαν να γυρίσουν στο Παρίσι, να είναι τουλάχιστον όλη η οικογένεια μαζί στα δύσκολα χρόνια που θα ακολουθούσαν. Πώς όμως; Δεν είχαν visa για τον γυρισμό, ούτε μπορούσαν τώρα πια να πάρουν. Ήταν αδύνατη η όποια μετακίνηση χωρίς διαπιστευτήρια. Έτσι, αποφάσισαν οι συνθήκες αντί για εκείνους κι έμειναν σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής στην Αθήνα. Το κομπόδεμα της μάνας και το όνειρο για το σπιτάκι εξανεμίστηκαν στη μαύρη αγορά, για να μπορέσουν να επιζήσουν τις σκοτεινές εκείνες μέρες, μήνες, χρόνια. Θυσία έγινε το όνειρο στον βωμό της επιβίωσης.
Όταν πια μπορούσε να κινείται με άνεση ο Ντένης, προσανατολίστηκε προς το Γαλλικό Ινστιτούτο. Νέοι και νέες γαλλόφωνοι, με δημοκρατικές και αντιπολεμικές ιδέες τριγυρνούσαν στον χώρο. Βρέθηκε σαν στο σπίτι του και ένωσε μαζί τους τη φωνή και τις ιδέες του. Γνώρισε συνομήλικούς του κι έκανε καινούργιους φίλους. Ο ζωγράφος Μητσούκος, ο Σταύρος, ο φοιτητής οδοντιατρικής Σκεύος, ο εκκολαπτόμενος γιατρός Σπύρος, απάρτισαν μια μοναδική παρέα, γεμάτη ζωντάνια, ιδέες, αξίες και ιδανικά.
Έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να ντυθεί κι εκείνος στο χακί, όταν ένας – ένας οι φίλοι του τον άφηναν κι έφευγαν για το Μέτωπο. Έγραφε φλογερά πατριωτικά γράμματα στους στρατευμένους, γεμάτα ελπίδα και προσμονή ότι θα τα καταφέρει κι εκείνος να στρατευτεί. Να ενώσει κι ο ίδιος τις δυνάμεις του μαζί με όλων των άλλων ενάντια στον φασισμό και τους εκπροσώπους του. Δεν του έγινε η χάρη. Το μοναδικό του νεφρό τον κρατούσε γερά, πίσω, μαζί με τους άμαχους.
Στο Γαλλικό Ινστιτούτο πληροφορήθηκε ο Ντένης ότι ζητούσαν από τον ραδιοφωνικό σταθμό κάποιον για το γαλλικό δελτίο ειδήσεων. Του άρεσε η ιδέα, ήθελε και να προσφέρει κι εκείνος κάτι στα γενικότερα έξοδα του σπιτιού και παρουσιάστηκε στους αρμόδιους. Γέννημα θρέμμα του Παρισιού, με πρωτευουσιάνικη προφορά και ορθοφωνία, εντυπωσίασε και τους πιο δύσκολους από τους κριτές. Πήρε τη δουλειά με μεγάλη ευκολία και ξεκίνησε να εκφωνεί ειδήσεις και να καίει καρδιές.
Πέρασε ο πόλεμος, ήρθε η απελευθέρωση και στο Γαλλικό Ινστιτούτο οργάνωσαν μεγάλο χορό. Φίλες της Φαίδρας την ξεσήκωσαν κι εκείνη να τις ακολουθήσει στο μεγάλο γκαλά για την απελευθέρωση. Πήγαν, διασκέδασαν, χόρεψαν, κουβέντιασαν με γνωστούς κι άγνωστους. Όταν όμως άκουσε η Φαίδρα τη «φωνή» πλάι της, στη διπλανή παρέα, δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ηλεκτρισμός διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της και συναγερμός σήμανε στις αισθήσεις της. Τα μάτια της έκαναν πουλάκια, τ’ αφτιά της παράσιτα, η καρδιά της πετάρισε και σαν να βγήκε από το στήθος της για να τον συναντήσει πρώτη εκείνη. Ναι, δεν έκανε λάθος. Η φωνή των «Γαλλικών Ειδήσεων» ήταν. Και μιλούσε ελληνικά. Ο τόνος, το βάθος, το μέλωμα και η χροιά. Ναι, αυτός ήταν ο «αμιζοντιτέρ»… Κοκάλωσε. Πάνιασε. Άλλαξε χρώματα και σκούντησε απεγνωσμένα τη φιλενάδα της. «Η φωνή», της ψιθύρισε με σημασία. Αυτός ήταν.
Η τύχη, ο απελπισμένος της έρωτας, η φλογισμένη της επιθυμία, ο αβάσταχτος πόθος, της τον είχαν προσφέρει στο πιάτο. Τα δύσκολα, η εντόπιση και η συνάντηση, είχαν ήδη κατορθωθεί. Έμεναν τα εύκολα. Έγιναν κι αυτά. Αργά, σταθερά και μόνιμα. Μια αγάπη που κράτησε μια ζωή.


Comments 1

Η φωνή

log in

Captcha!
Don't have an account?
sign up

reset password

Back to
log in

sign up

Captcha!
Back to
log in
Choose A Format
Trivia quiz
Series of questions with right and wrong answers that intends to check knowledge
Poll
Voting to make decisions or determine opinions
Story
Formatted Text with Embeds and Visuals
List
The Classic Internet Listicles
Open List
Open List
Meme
Upload your own images to make custom memes
Video
Youtube, Vimeo or Vine Embeds
Audio
Soundcloud or Mixcloud Embeds
Image
Photo or GIF