elisabeth kidder steel poster

 

Η γυναίκα στεκόταν όρθια μπροστά στην κλειστή μπαλκονόπορτα, με το βλέμμα στραμμένο στην κίνηση του δρόμου, παρατηρώντας τις  λαμαρίνες των αυτοκίνητων  που γυάλιζαν, κάτω από τη βροχή.

Ένωσε τα χέρια  μπροστά στο  στήθος της, σαν στάση προσευχής και με  μια μικρή κίνηση του κεφαλιού προς τα πίσω, εμφάνισε τον ντελικάτο της λαιμό.                                   Έκλεισε τα μάτια  και τα άνοιξε βιαστικά και αδιόρατα έστρεψε το κεφάλι της πίσω προς την πόρτα, σημάδι λες πως κάτι περίμενε, ή πως ένας ήχος την είχε αιφνιδιάσει.

Ήταν ο γάτος της, που κουλουριάστηκε σε λίγο δίπλα στα πόδια της.

Την παρακολουθώ εδώ και καιρό, μέσα από τις κουρτίνες.

Τις νύχτες με φεγγάρι, την βλέπω να κάθεται για ώρα μπροστά στο παράθυρο της και να χαζεύει τον ουρανό. Κι ύστερα σβήνει τα φώτα και ανοίγει το ραδιόφωνο.

Η μουσική της  φτάνει ως το μπαλκόνι μου κι εγώ ντύνομαι τη νύχτα για να την απολαύσω. Στέκομαι πάντα στα σκοτεινά, από φόβο μήπως με καταλάβει και χαθεί.

Αν και δεν ξέρω ούτε το όνομα της, ξέρω την ψυχή της κι είναι όμορφη. Ίσως το ίδιο όμορφη, όσο το λευκό της πρόσωπο.

Κι ίσως ακόμα ομορφότερη από τα βελούδινα μάτια της.

Τη συνάντησα μια μέρα, δίχως να το περιμένω.

Είχα αργήσει για τη δουλειά και έψαχνα για ταξί. Είχα σταματήσει στη δική της γωνία και εκείνη τη στιγμή κατέβαινε από το αυτοκίνητο της. Είχαμε κοιταχτεί στα μάτια. Φευγαλέα. Κι είδα για πρώτη φορά από κοντά, το μέγεθος της ομορφιάς της.

Ήταν περικυκλωμένη από μουσική.

Τα μαλλιά της έσταζαν νότες και με τον τρόπο που κουνούσε τα χέρια της, ήταν σα να διεύθυνε μιαν αόρατη ορχήστρα.

Τα τακούνια της ακούγονταν σαν θλιμμένο όμποε και τα μάτια της κροτάλιζαν ρυθμικά ξύλινες καστανιέτες.

Έως τότε ήταν για μένα κάτι άπιαστο, όπως τα όνειρα που ξεχνούσα το πρωί. Ένα σύννεφο που διαλύεται με τον αέρα.

Από εκείνη τη στιγμή,  κρυφοί πόθοι  ξεκίνησαν να με κυριεύουν. Η αρμονία της ήταν το μοναδικό αντίδοτο  στον, πόνο, ακόμα κι όταν εκείνος έπαιρνε τη δική της μορφή.

Η μουσική της έγινε για μένα ο  αντίλογος της δικής της σκέψης. Λόγια, ήχοι, μυστικά, όλα μεμιάς έγιναν δικά της.  Κτήμα της.

Κι εγώ, με την ειλικρίνεια που κρύβεται στα μάτια ενός  πιστού σκυλιού, λογάριαζα τον εαυτό μου τυχερό.

Η μουσική του κόσμου δεν υπήρχε πια, γιατί όλου του κόσμου η μουσική της ανήκε. Αγάπη, μουσική, η αγάπη για τη μουσική, η μουσική της αγάπης, παντού και πάντα ίδια, εκείνη. Η αγαπημένη.

Εκείνη, η μοναδική ηρωίδα σε κάθε δράμα, η μοναχική ντίβα της σκηνής μου, που δεν θα έριχνε αυλαία ποτέ.

Μια. Ανεπανάληπτη, καθοριστική, καθηλωτική, συγκλονιστική και ανυπέρβλητη ομορφιά συναισθημάτων και  εικόνων.

Μια όμορφη μελωδία, που αγγίζει την ψυχή πιο εύκολα από το χάδι.

Πόσο διψασμένος ένιωθα για μια αγκαλιά! Γι αυτό το χάδι!

Ήθελα να ήμουν  αυτός που το θα το δεχτεί, αβίαστα, φυσικά, με την ανιδιοτέλεια που κρύβεται στο παιδικό άγγιγμα.

Με ένα γέλιο, δυο αλμυρά δάκρυα. Να μακαρίζω  μια στιγμή που το σύμπαν θα σταματούσε το χρόνο,  για να ακουστεί ένα δικό της σ’ αγαπώ. Μα η  αγάπη δεν είναι λέξη, δεν είναι μόνο ένα ρήμα.

Είναι μια περιπέτεια ζωής. Ένα δύσκολο έργο. Ένα ταξίδι δίχως χάρτες, δίχως πυξίδες και προορισμό. Μια μουσική που  μεταλλάσσεται  μέσα μας με τα χρόνια, που σμιλεύεται από τις εμπειρίες μας και  αντανακλά τις ιστορίες μας.

Μια φούγκα, που ακολουθεί τον κύκλο της ύπαρξης μας.

Αυτή η αγάπη, που υποτάσσεται στις ανάγκες μας, που θεριεύει με τα πάθη μας και εγκαταλείπεται στα νάζια μας, ακούραστη να περιμένει, με εγκαρτέρηση, όπως η μουσική, να την αναστήσουμε ξανά, θα ήθελα να γίνει δική μας.

Μα δεν τολμώ να σου μιλήσω.  Μονάχα όνειρα πλάθω, πως κάποτε ίσως και να το τολμήσω.

Έχει κλείσει τώρα τα μάτια της, το νιώθω και ξέρω πως ονειρεύεται μέσα από τη μουσική.

Βλέπει τα παραμύθια που γεννιούνται σε κλάσματα δευτερόλεπτου μέσα στο μυαλό, από ένα άκουσμα και μόνο.

Τους ήρωες και τις  ηρωίδες, να χτίζουν πάνω στα δικά της  θέλω, που πατούν πάνω στα δικά της ασταθή φτερά ενός οράματος.

Δεν το βλέπεις κι εσύ αγαπημένη , πως ένας διακαής πόθος είναι αυτή η ζωή.

Να μην πάει στράφι, να μην χαραμιστεί και  όλο σπρώχνουμε το μυαλό να βιάζεται, γιατί  όσο βιάζεται εκείνο, τόσο θα χτυπά γοργά κι  η καρδιά. Ανυπόμονα να μετρά σα μετρονόμος, τους χτύπους που θα τη γεμίζουν.

Θα αφήσω την μπαλκονόπορτα ανοιχτή την ώρα που θα κοιμάμαι.

Κι όπως θα βρέχει και θα μπερδεύεται η μουσική σου με τη βροχή, όλου του κόσμου η μουσική θα αντηχεί στα αυτιά μου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γράψε ένα σχόλιο