Ο πρώτος Άρχοντας της Φύσης, ο βασιλιάς Ανεκτίμητος, ζούσε ευτυχισμένος, μαζί με τη γυναίκα του, τη νεράιδα των χρωμάτων, σε ένα παλάτι, στην άκρια του κόσμου.

Όταν έγινε βασιλιάς στα νιάτα του, είχε πάρει υπό την εξουσία του, έναν κόσμο βυθισμένο στην απογοήτευση και την εγκατάλειψη.

Η καλή του όμως καρδιά και η πρόσχαρη γυναίκα του, ήταν αρκετά για να μεταμορφώσουν το βασίλειο τους σε έναν επίγειο παράδεισο. Ο λαός, που τον είχε σκλαβώσει η ευγένεια και η μεγαλοψυχία του βασιλιά αλλά και η ομορφιά της νεράιδας των χρωμάτων, περνούσε ευτυχισμένος κι αυτός για πολλά χρόνια….τόσο που φυσιολογικά θα έπρεπε να ανησυχεί.

Το βασιλικό ζευγάρι ήταν παντρεμένο εδώ και είκοσι χειμώνες, δίχως να έχει αποκτήσει παιδιά.

Τον εικοστό χειμώνα, πρωί-πρωί, περικυκλώθηκε το παλάτι από πολλά θυμωμένα μαύρα σύννεφα. Μια νοσηρή καταιγίδα έκλεισε για ώρες, τον κόσμο στα σπίτια του.

Ήταν η ίδια μέρα που η βασίλισσα βυθίστηκε νωχελικά στην αγκαλιά της Μελαγχολίας, κόρης του Πόνου και της Λύπης. Στιγμές μετά, τα μάτια της βούρκωσαν και ένα της δάκρυ διαλύθηκε επάνω στο χρυσοκέντητο χαλί της βασιλικής κρεβατοκάμαρας. Από εκείνη την ώρα χάθηκε η παλέτα των χρωμάτων και όλη η πλάση γίνηκε ασπρόμαυρη και ενδιάμεσα όλες οι πιθανές αποχρώσεις του γκρί ζευγάρωναν μεταξύ τους.

Ξαφνικά οι γυναίκες που ψώνιζαν φρούτα στην αγορά, δεν μπορούσαν να διακρίνουν τα ώριμα από τα άγουρα και οι σιδεράδες δεν ξεχώριζαν πια τα μέταλλα παρά μόνον- πολύ αργά για αυτούς- όταν τα πύρωναν στο καμίνι.

Τα ωραιότερα λουλούδια έχασαν τα χρώματα τους και η επιδερμίδα των γυναικών έμοιαζε πάντοτε ίδια, ανεξάρτητα από την ηλικία τους.

Ακόμη και οι άρρωστοι, τι παράδοξο, φαίνονταν υγιείς, αφού τώρα πια η χλομάδα τους περνούσε απαρατήρητη.

Σε όλο το βασίλειο μόνος που δεν αντιλήφθηκε την απώλεια των χρωμάτων ήταν ο ίδιος ο βασιλιάς Ανεκτίμητος, εξαιτίας της απέραντης λύπης που ένιωθε για την αγαπημένη του σύντροφο.

Την αγαπούσε τόσο, που δε μπορούσε να νιώσει το αναπάντεχο ορφάνεμα της φύσης.

Όμως υπήρχαν και κάποιοι που χάρηκαν για λίγο….εκείνοι που ανακάλυψαν τη δύναμη που έκρυβε το κάρβουνο,οι λιγοστοί ζωγράφοι του βασιλείου. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, οι άνθρωποι άρχισαν να συνηθίζουν…έτσι γίνεται σχεδόν πάντα. Τα φρούτα πλέον τα ξεχώριζαν από το σχήμα και τέλος από την γεύση τους, τον χρυσό από την ιδιαίτερη και ευγενική λάμψη του κάτω από το ακόμη σπάταλο φως του ήλιου. Έμαθαν έτσι χρόνο με το χρόνο να είναι πιο παρατηρητικοί και φινετσάτοι στις επιλογές τους. Τα μάτια τους έπιναν με δίψα όλες τις αποχρώσεις του γκρί, βαφτίζοντάς τες με θηλυκά βασιλικά ονόματα προς τιμήν της Μελαγχολικής Νεράιδας. Η απώλεια των χρωμάτων έκανε μάλιστα το παλάτι του βασιλιά να διαφέρει από τα υπόλοιπα μόνον κατά το μέγεθος, αφού όλα τα κτίσματα του βασιλείου είχαν σχεδιαστεί από τον μοναδικό αρχιτέκτονα της περιοχής, που δίνοντας έμφαση στο χρώμα και χρησιμοποιώντας ευγενή μέταλλα διαφοροποίησε το παλάτι από όλα τα υπόλοιπα.

Οι μόνοι άνθρωποι της χώρας που ξεμάκρυναν και χάθηκαν ήταν όσοι έκρυβαν τον φθόνο και τη ζήλεια μέσα τους, μιας που τώρα δεν είχαν τίποτε για να ζηλέψουν.

Μακριά από το παλάτι αλλά μέσα στην πόλη, ζούσε ολομόναχη, μια τυφλή γερόντισσα η οποία δεν είχε ποτέ γνωρίσει τον έρωτα. Από τον παλιό καιρό, από τα νιάτα της, φύλαγε με ευλάβεια σε ένα σεντούκι την καρδιά των χρωμάτων, που της είχε χαρίσει ένας νέος όμορφος άντρας.

Τον είχαν μεγαλώσει οι Νεράιδες του Δάσους και ο κόσμος τον έλεγε αλαφροΐσκιωτο.

Εκείνος της είχε πει, για να την εντυπωσιάσει, μια ιστορία, παρόλα αυτά αληθινή.

Όταν ήταν παιδί ακόμη, μια νύχτα, οι Νεράιδες συζητούσαν γύρω του, και νομίζοντας πως κοιμόταν του αποκάλυψαν άθελα τους το μυστικό της καρδιάς των χρωμάτων… μόνον σαν την κρατούσε κάποιος στα χέρια του έφτανε για να νικηθεί η Μελαγχολία και να πενθήσει ο Πόνος και η Λύπη.

Η γριά γυναίκα έβγαλε από το σεντούκι την καρδιά των χρωμάτων, την έβαλε προσεκτικά σε μια βελούδινη κάλτσα και πήρε το θάρρος να συναντήσει την θλιμμένη Βασίλισσα.

Ο βασιλιάς Ανεκτίμητος, την υποδέχτηκε με ελπίδα, γιατί πίστευε πως οι επισκέψεις έκαναν καλό στην αγαπημένη του.

Η Νεράιδα των χρωμάτων άκουσε την ιστορία της σοφής γερόντισσας και ο πόνος του χαμένου νεανικού ερωτά, της έσχισε την καρδιά, δίνοντας χώρο σε μια ασημένια ηλιαχτίδα, να φωτίσει την ζαρωμένη ψυχή της. Ο πόνος της γριάς γυναίκας, που ποτέ δεν γνώρισε τον έρωτα, έσβησε απαλά και με λεπτές κινήσεις την δική της Μελαγχολία, και τα μάτια της χαμογέλασαν ζωηρά. Η Γερόντισσα της χάρισε την καρδιά των χρωμάτων και Βασίλισσα από τότε την φιλοξένησε για πάντα στο παλάτι. Από εκείνη έμαθε πως όλο αυτό το διάστημα που μελαγχόλησε κάτι πολύ πιο σημαντικό συνέβη από άκρη σε άκρη στο βασίλειο. Οι άνθρωποι αφού συνήθισαν στην απώλεια των χρωμάτων από τη ζωή τους, έγιναν ιδιαίτεροι, διαφορετικοί, ευγενικοί και πράοι, Μα πάνω από όλα δεν ήταν κτητικοί και εγωπαθείς. Νοιάζονταν αληθινά για τον άλλο και έζησαν ακλόνητες φιλίες, συναρπαστικούς έρωτες. Η παντελής έλλειψη χρωμάτων τους έκανε αληθινούς, ζεστούς και ανθρώπινους. Όλες Οι ανθρώπινες αδυναμίες χάθηκαν, μόλις τα χρώματα έσβησαν και για όσο το γκρίζο βασίλευε ακόμη. Ξαφνικά η βασίλισσα σηκώθηκε από το κρεβάτι της, για πρώτη φορά μετά τόσο καιρό, και πλησίασε με βήματα μικρού παιδιού το παραθύρι της, κρατώντας στο ένα χέρι την καρδιά των χρωμάτων. Κοίταξε το ουράνιο τόξο μακριά της, το χρωμάτισε και το έφερε στην αγκαλιά της. Το Έβαλε σε μια ολόχρυση, γκρίζα πια, σκαλιστή κορνίζα και χάρισε τον ζωντανό πίνακα στη σοφή γερόντισσα.

Από τότε ο κόσμος παρέμεινε ασπρόμαυρος, αγνός κι αληθινός και η βασίλισσα -Νεράιδα των Χρωμάτων-έγινε επιτέλους Μητέρα των πιο ευγενικών και άδολων συναισθημάτων.

Γράψε ένα σχόλιο