Κοιτώντας απ’την ταράτσα το έδαφος,
σίγουρα σου’χει έρθει να κάνεις βουτιά.
Μα πέφτοντας σκοτώνεσαι,
και δεν ξανασηκώνεσαι,
οπότε μην βγάλεις πόδι μπροστά,
αν δεν το εννοείς να πηδήξεις.
Βλέποντας την πυλωτή από πάνω,
κάνω τον αδιάφορο σε κάτι πιτσιρίκια,
που με φωνάζουν για μπάλα.
Λες κι άλλα πράγματα να κάνω δεν έχω,
θα παίζω με πρωτογυμνασιάκια.
Κι εγώ γυμνάσιο πάω ακόμα,
αν και πέρσι μπορούσα να’χω τελειώσει.
‘Μιχαλάκη, έλα κάτω, το γλυκό θα κρυώσει’
Τι να της πεις κι αυτής.
‘Θα πάω στην αλάνα με την παρέα,
το τρώω μετά ρε μάνα.’
Ξαναμπαίνει μέσα μ’ένα ‘καλά’,
κι εγώ προσπερνάω το διαμέρισμά μας,
κατεβαίνοντας τη σκάλα.
Βρίσκω τα δίδυμα να περιμένουν,
καθισμένους στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Περνάω τον Κώστα για το Γιώργο,
καταπίνω το πείραγμα που ακολουθεί,
και ξεκινάμε.
Φτάνουμε στην αλάνα σε δυο βήματα,
τόσο είναι από το σπίτι.
‘Ο Χοντρός; Τον είδε κανείς το Χοντρό;’
‘Θα’ρθει’, λέει ο ένας,
κι ο άλλος συμπληρώνει,
‘Με τη Μαντώ’

σπιτιαΤον λέμε χοντρό, γιατί κιλό ποτέ του δε βάζει.
Μα με τίποτε.
Έτσι ξερακιανός όπως μοιάζει,
μόνο χοντρό μπορείς να τον πεις,
όπως τους κοντούς,
τους λες ‘ψηλέα’,
και κάθε παρέα πρέπει να’χει ένα χοντρό, έτσι δεν είναι;
Ο δικός μας, λοιπόν, αργεί να φτάσει,
κι ο Γιώργος,
κοντεύει να χάσει κάθε υπομονή.
‘Φερ’το δω’ κάνει στον Κώστα,
‘Φερ’το αφού αργεί’
Του αρέσει να καπνίζει με παρέα,
αλλά όχι να μοιράζεται, αν μπορεί.
‘Ξεκόλλα, θα φανεί όπου να’ναι’
προοικονομεί ο κλώνος του,
Και πράγματι, να’ναι δυο λεπτά από τότε,
που εμφανίζεται ο Χοντρός κι η αδελφή του.
‘Άντε ρε μαλάκα’
κάνουν τα δίδυμα εν χορώ,
‘Γεια σου Μαντώ’, λέω εγώ,
Χωρίς να καταφέρω να πω κάτι άλλο.
Όχι ότι χρειάζεται,
μα κάθε φορά που τη βλέπω,
θέλω να γεμίσω το κενό με λέξεις.
‘Έξι τζούρες ο καθένας, τόσο θ’αντεξει’
αναφωνεί ο Κώστας,
‘Δυο γύρους να κάνει’
Και το σκάει και παίρνει τις πρώτες τρεις μονορούφι,
προς γενική γκρίνια των άλλων,
που ξέρουν να μετράνε.
‘Κάνε κράτει ρε Κώστα,
έξι δεν είπαμε;’
λέει ο Χοντρός,
‘Και συ το τρως όλο με το καλημέρα’
‘Ποιος το αγόρασε,
ποιος το’στριψε,
ποιος περιμένει μια μέρα και δύο,
για να το πιεί μαζί σου;’
του γυρίζει εκείνος.
‘Και σου χρωστάμε χάρη;’
του την μπαίνω εγώ,
‘Πέντε ευρώ ο καθένας,
για να κολλήσεις τρία χαρτάκια,
δεν σε χάλασε κιόλας’
Η Μαντώ μας σταματάει,
με τον πιο εύκολο τρόπο.
‘Σε ποιον πάει;’
Δεν λέω λέξη – εγώ είμαι –
απλά τείνω το χέρι να το πάρω,
κι ακουμπάω τα δάχτυλα της μ’αφορμή,
αφού πιάνω το γάρο.
Είναι μικρή ακόμα,
τώρα θα κλείσει τα δεκατρία,
αλλά κάθε φορά που τη βλέπω,
καμιά σημασία δεν έχει,
ούτε η ηλικία,
ούτε κι η συγγένεια με το Χοντρό,
που ευτυχώς δεν του μοιάζει κιόλας.
Δεκατριών αλλά έχει προχωρήσει αρκετά.
Το τριτάκι, ο Νικόλας,
την πήρε,
οπότε άμαθη δεν τη λες,
και θέλω να τη μάθω με κάθε τρόπο,
τόσο που ούτε ο κολλητός μου δεν θα μάθει πόσο,
γιατί θα πάθει αν ακούσει να μιλάνε έτσι,
για τη μικρή του αδελφή.
Η στιγμή περνάει,
και το τσιγάρο μαζί της,
και πάει στον επόμενο, τον Γιώργο,
που μουρμουρίζει ότι είναι πάλι τελευταίος.
Πάλι.
Λες και το κάνουμε συχνά.
Μεγάλη λαχτάρα την πρώτη φορά,
πριν από δυο μήνες,
που πέσαμε στου μαύρου τη γλυκιά κατάρα.
Ο Μίχος, ο ξάδελφος,
υπαίτιος και σ’αυτό,
πρώτα μ’έμαθε να βρίζω,
μετά να καπνίζω,
να ορίζω τις παρέες μου
βάσει των δικών του.
Δεν φταίει όμως αυτός μονάχα,
επιθυμώ κι εγώ ομοιότητα μαζί του.
Τάχα μου, όλοι δεν θέλουμε,
ένα αντρικό πρότυπο να μοιάσουμε;
Ακόμα κι εκείνες;
Ειδικά εκείνες.
Εκείνος λοιπόν είναι το δικό μου,
ερήμην καλύτερου,
ή έστω μεγαλύτερου,
και την δουλειά την πετυχαίνει,
όπως φαίνεται,
στα μάτια του.
Όταν το’μαθε πως αγοράζουμε μόνοι μας,
με πέταξε σ’ένα τοίχο,
μου την είπε,
‘Μη σε πετύχω να παίρνεις απ’όπου να’ναι,
κράτα καμιά πισινή’
Στο καπάκι γελώντας,
μου χτύπησε την πλάτη και είπε
‘Για ό,τι χρειαστείς,
ποτέ μην απελπιστείς αν δεν βρίσκεις,
απλά ρώτα εμένα.
Θέλει νιονιό, όμως’
‘Προσεγμένα κινούμαι’
τον βεβαίωσα,
και μ’εμπιστεύεται.
Περισσότερο κάθε μέρα,
τόσο που σήμερα,
κάλεσε το Χοντρό και μένα,
να πάμε την βόλτα μαζί του.
Βόλτες κάνουμε και μόνοι μας,
δεν εννοώ βόλτα,
δεν ξέρω όμως και τι εννοούν αυτοί,
γιατί ποτέ δεν λένε τι κάνουνε,
όταν βολτάρουνε.
Αλλά γυρνάνε αλλαγμένοι,
γελαστοί και ξένοιαστοι,
νεότεροι από μας.
Και δεν μας λένε το γιατί.
Ο ενθουσιασμός μου λοιπόν,
κι ο φόβος που προκαλεί,
με κάνει να τα χάνω,
όταν, ξαφνικά, βλέπω τη μάνα – κόκκινη –
να φωνάζει απ’το μπαλκόνι πάνω.
‘Μιχαλάκη, τι’ν’αυτά. Μαύρο κακομοίρη μου;
Μαύρο στο ξύλο θα σε κάνω’
Βλέμματα σαστισμένα γύρω μου,
που κοιτάζουν εμένα μια, και μια εκείνη.
Τους έρχεται και να, ήδη το κάνουν, γελάνε,
ενώ το χέσιμο πέφτει από ψηλά σα χιόνι.
‘Μιχαλάκη μ’ακούς, ή φωνάζω μόνη’
‘Έλα ρε μάνα μπες μέσα’ καταφέρνω να πω,
πριν ξεκαρδιστεί η Μαντώ και τα δίδυμα κι ο Χοντρός με τη σειρά του.
Και η μάνα – λες και δεν τους βλέπει, λες και μόνο ένα παιδί υπάρχει γι’αυτήν στον κόσμο όλο – συνεχίζει.
Αφρίζει το μυαλό μου, ντροπή, οργή, σιχτίρια.
‘Άντε γαμήσου’ σα σφαίρα την πετυχαίνει.
Κανείς δε γελάει κι εκείνη σωπαίνει.
‘Άντε γαμήσου’ συνεχίζω – γιατί; μα τι κάνω; –
‘άντε γαμήσου, θες να το πω δέκα φορές;
έμπαινε μέσα μην πάρω στροφές’
Ησυχία.
Νομίζω.
Κανείς δε μιλάει,
Ακόμα κι οι γάτες πίσω απ’ τον κάδο το βούλωσαν.
Τα μάτια της βούρκωσαν.
Ησυχία πρέπει να’ναι.
Όχι.
Για την ακρίβεια, σιωπή.
Γιατί στη σιωπή είναι που δε μιλά κανείς.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως γίνεται ησυχία,
στο κεφάλι μου σημαίνουν καμπάνες.
Πόσα χρόνια έχει να το ακούσει;
‘Μην πάρω στροφές’ της φώναζε ο Θύμιος – ο μπαμπάς –
όταν τις είχε ήδη πάρει,
και άπλωνε τα χέρια προς το μέρος της,
κι εκείνη τιναζόταν σα σκίουρος.
Πόσα χρόνια πριν, που σε μια ύστατη προσπάθεια,
με τράβηξε μακριά του, μην πάρω απ’τη μεριά του
και γίνω σαν κι αυτόν.
Και τρέξαμε σαν πρόσφυγες,
μόνοι και τρομαγμένοι και άφραγκοι, κι αγαπημένοι.
Στεριώσαμε με τα πολλά,
κοντά στην αδελφή της.
Κωλογειτονιά κι εδώ – όπως κι εκεί –
αλλά δεν είναι μοναχή της κι εκείνη,
κι εγώ βρήκα το Μίχο,
και τι τύχη,
ο ξάδελφός μου είναι πρώτη μούρη εδώ γύρω.
Και ναι,
η μάνα δε γουστάρει,
δεν εγκρίνει,
που κάνω παρέες που κρίνει επικίνδυνες.
Τέτοια νεύρα τα ξέρω,
‘για το καλό μου’ είναι.
Είναι όμως ώρα να πάρω τις ευθύνες μου.
Το’πα, δεν το’πα;
‘Λοιπόν; Να το ξαναπώ;’
Δε χρειάζεται,
επωάζεται το αυγό της πίκρας μέσα της, ήδη.
Κλείνει το παράθυρο.
Κλείνει τις κουρτίνες.
Ησυχία.
Τώρα δεν ακούω τίποτε.
Ούτε και νιώθω.
Άρα ησυχία.
Μέχρι που με σκουντά ο Χοντρός
‘Πάμε, μπρος, πάμε λίγο παραπέρα’
Περπατάμε για ώρα,
ο καθένας στον κόσμο του,
το τσιγάρο έσβησε και πετάχτηκε προ πολλού.
Τα δίδυμα λένε παπαριές,
η Μαντώ κοιτά γύρω της,
κι ο Χοντρός εμένα.
Προσηλωμένα.
Έντονα.
‘Τι θες Χάρη;’ του κάνω,
‘Πας καλά;’ μου απαντά.
‘Αρκετά καλά τώρα,
αλλά θα στρώσω αργότερα’
Ξέρει.
Οι λέξεις που είπα,
ξέρει το βάρος τους,
παραπάνω απ’τα δίδυμα,
που απλά νομίζουν ότι είμαι σκατόπαιδο,
σαν εκείνα.
Ξέρει πως,
κάθε δίοδο της σκέψης μου,
που πάει προς τα κει,
την έχω σφραγίσει ερμητικά,
μέχρι να πρέπει να ξανανοιχτεί.
Παρ’όλα αυτά, ρωτά.
‘Και αύριο μέρα είναι,
και του χρόνου ακόμα,
αν δεν είσαι έτοιμος.
Το ξέρεις, έτσι;’
Λες και είναι εκείνος.
‘Έτοιμος για τι;’
‘Για τη βόλτα’
‘Και ξέρεις εσύ τι πρόκειται να δούμε;’
Φυσικά και δεν ξέρει, όπως κανείς μας.
‘Να εικάζουμε μόνο μπορούμε’
‘Ε, χαλάρωσε και θα τα βρούμε,
κάτσε να φτάσουμε εκεί’
Η αδελφή του πάει πίσω.
Δεν θέλω να τη αποχαιρετίσω,
αλλά καταφέρνω να φιλήσω το ένα μάγουλο,
κι αυτή το άλλο.
Ξέρει πότε την παίρνει ν’αράζει με τον αδελφό της,
και το σημερινό βράδυ δε θα’ναι απ’αυτά.
Τα δίδυμα παίρνουν πόδι πιο δύσκολα,
κι όχι από μας.
Αυτή είναι δουλειά του Μίχου
– Μιχάλης κι αυτός, παρεπιπτόντως –
που τα στέλνει μ’ένα ‘γεια’
και τους τα ψέλνει.
‘Έχετε ψωμιά να φάτε ακόμα,
ελάτε σε κάνα χρόνο,
που δεν θα’στε παιδιά’
Την κάνουν μουρμουρίζοντας,
το’ξεραν όμως,
όταν είπαν να’ρθούνε.
Μπας και. Ελπίζοντας.
Να’μαστε λοιπόν,
ο Μίχος στη μέση,
κι εμείς εκατέρωθεν.
Περπατάμε σοκάκια που σιγά σιγά σκοτεινιάζουν,
και φωτίζουν στη συνέχεια.
Η γη τραβάει το φως,
κι ο άνθρωπος φροντίζει να το παρέχει από κει και πέρα.
‘Πού πάμε Μίχο;’
΄Να βρούμε το Λάμπη και το Μπετό’
Χρειάζομαι κι άλλο αέρα.
Πετάω το βλέμμα μου στο Χοντρό,
το πιάνει,
το επιστρέφει,
και πετάει το ίδιο ακριβώς.
Αυτή είναι η νύχτα,
σήμερα θα δούμε κάτι,
αλλιώς ο Λάμπης και το Μπετό δεν θα ασχολιόντουσαν μαζί μας.
Αν δεν ήμασταν έτοιμοι.
Για τι όμως;
Οι φίλοι του Μίχου,
ή τα σκυλιά του,
δεν έχω νιώσει ακριβώς τη σχέση τους,
τον κάνουν να μοιάζει ήρεμος,
να μοιάζει αγαθός.
Ο Λάμπης σκοτεινός,
σε πλήρη αντίθεση με τ’όνομά του,
το ανοιχτόχρωμο μαλλί,
και τα μάτια του.
Το Μπετό, όνομα και πράγμα,
έχει σωματότυπο άρματος μάχης,
και παίζει μπάλα,
με θύμα όποιον λάχει να τον μαρκάρει.
Σαν να τρέχει ένας τοίχος κατά πάνω σου.
Κι ο Μίχος επικεφαλής,
όχι αστεία,
το ξαδελφάκι της πρώτης γραμμής.
Έμπρακτα το βλέπουμε,
στο πώς τον χαιρετάνε,
πρώτα τους λέει γεια,
μετά μιλάνε.
Καλαμπούρια, φωνές,
πείραγμα για τα ‘νεούδια’ – εμάς φυσικά – που σέρνει μαζί του.
Φυσικά και το δεχόμαστε με χαμόγελο,
Μιλάμε για παρέα που την φοβούνται κι ενήλικες,
όχι μόνο συνομήλικοί μας.
Τα πάντα θα δεχόμαστε αυτή τη στιγμή.
Τη γλιτσερή χειραψία του Λάμπη,
τη βροντερή σφαλιάρα από μπετό στην πλάτη,
όλα καλά.
Όλα τέλεια.
Κι αυτό που νιώθω, ενώ προχωράμε,
πως με ακούν ενώ μιλάμε,
πως γελάνε με τ’αστεία μου,
αυτό που νιώθω,
το βλέπω στα μάτια του Μίχου.
Αποδοχή.
Εδώ είμαστε.
Εδώ ανήκουμε.
Ίσως.
‘Πάει πόσο που περπατάμε,
σαράντα λεπτά; Πού πάμε;’
Ρωτάω σε κάποια φάση.
Μόλις σβήσαμε το τρίτο τσιγάρο – τρίτο! – σε όλη τη βόλτα.
‘Έχουμε φτάσει.
Σας έχουμε μια έκπληξη’
Απάντηση που προκαλεί έκπληξη και στους δυο μας.
‘Δηλαδή;’
‘Κοίτα στην παιδική χαρά απέναντι’
Μια παρέα,
ηλικία μου,
φιγούρες γνωστές.
Απ’το παλιό δημοτικό;
Αυτό που πήγαινα όταν πρωτομετακομίσαμε εδώ.
Και τότε τον είδα,
Μελαμψό παιδί, ξένο, πώωω.
Κι εδώ είναι που ξεμπλοκάρει η μνήμη μου,
όχι τα πρόσφατα,
αυτά τα μπούκωσα για την ώρα,
μα κάτι παλιότερο.
Κάτι θαμμένο κάτω από σκόνες και χρόνο.
Η νύχτα που δεθήκαμε με το Χοντρό.
Είχαμε γνωριστεί πρόσφατα,
και παίζαμε μια στο τόσο μαζί.
Στην παιδική χαρά ετούτη,
δίπλα στην εκκλησία.
Κι ήρθε μια νύχτα όπως καμία,
όταν αυτός ο τυπάς,
έσκασε μύτη με τέσσερις-πέντε ακόμα.
Αρνηθήκαμε να δώσουμε τη μπάλα μας,
γιατί σιγά μην την παίρναμε πίσω,
και μας κύκλωσαν,
μας κράτησαν τα χέρια,
και μας πάτησαν κάτω.
Ούτε και το βάλαμε κάτω, όμως.
Τις φάγαμε μία προς μία,
ο ένας κοιτώντας τον άλλον,
γνωρίζοντας πως μετά,
θα περπατούσαμε με το κεφάλι ψηλά.
Αυτό που δεν περιμέναμε, ήταν το φινάλε.
‘Βγάλε το παντελόνι σου’ μου φώναξαν.
΄Κι εσύ το ίδιο’ στο Χοντρό.
Αρνηθήκαμε και πάλι,
και το κάναν αυτοί.
‘Τα παιδιά που κάνουν αταξία,
μία λύση σου αφήνουν.
Τιμωρία’
Αυτό το θυμάμαι.
Αυτή η ατάκα μου’μεινε,
οι ξυλιές στον κώλο – με πευκόκλαδα –
αυτές περάσανε,
η ατάκα όμως βρίσκεται ακόμα μαζί μου.
‘Μ’ακούς παιδί μου;
Τον θυμάσαι αυτόν, ή όχι;’
Ερώτηση του Λάμπη,
που χάνει την υπομονή του,
για κάποιο λόγο,
επειδή καθυστερώ να τον αναγνωρίσω,
ενώ αναπολώ μια νύχτα που έχωσα,
πίσω βαθιά στο κεφάλι μου,
και της οποίας το πιο βαθύ, το πιο σημαντικό σημάδι,
είναι η φιλία μου με τον Χάρη.
Εκείνος κοιτάει ήδη προς τα κει,
βλέμμα αλλιώτικο,
κοκκινισμένο απ’τα ντουμάνια,
και θολωμένο.
‘Τους γνωρίζουμε ναι’ ανακοινώνει ψυχρά.
‘Μιχαλάκη ισχύει;’
‘Αυτόν σίγουρα’
Ο Χοντρός αναγνωρίζει και τρεις από τους άλλους.
‘Δεν πλησιάζουμε για μια καλύτερη ματιά;’
προτείνει ο Μίχος,
γιατί το Μπετό και το Λάμπη,
ίσα που τους κρατά.
Ξεκίνησαν ήδη προς τα πέρα.
‘Καλησπέρα σε όλους,
χώρο έχει να τον μοιραστούμε;’
Πισωπατούνε.
Ακόμα και να μην έχεις ακούσει για το Μπετό,
να το δεις να περπατά μπροστά σου,
πισωπατάς έτσι κι αλλιώς.
Ο Χοντρός κι εγώ κοιταζόμαστε,
πεταγόμαστε να τους προλάβουμε,
φτάνουμε.
Αναγνώριση και από τη μεριά του.
Μας κοιτάει, δεν το πιστεύει,
λες κι η ματιά του τον γελάει.
Κι ο Χοντρός μαρτυράει τ’όνομά του.
‘Γιάννη δε σε λένε;’
‘Με λένε, ναι’ απαντά διστακτικά.
‘Από πού είσαι Γιάννη;’
κάνει ο Μίχος.
Έχουν παγώσει όλα,
άχνα δεν ακούγεται,
μόνο τα λόγια του ξαδέλφου.
‘Πακιστανός δεν είσαι;’
‘Εδώ γεννήθηκα’
‘Δεν το φέρνεις’ λέει ο Λάμπης.
Το Μπετό στέλνει τη ροχάλα του,
δίπλα στο Γιάννη.
Στήλη άλατος εγώ κι ο Χοντρός.
΄Μήπως ήρθε η ώρα να πούμε καληνύχτα;’
ρωτάει ο Μίχος,
κι αμέσως σκίζει την ανακούφιση,
που τόλμησε να εμφανιστεί,
στο πρόσωπο του Γιάννη
‘Στους άλλους πήγαινε,
εσένα δε σε πιάνει’
Κι έχουν ήδη γίνει καπνός,
ενώ αυτός παραμένει,
σύξυλος, τρομαγμένος,
ριζωμένος κάτω.
‘Είσαι βαφτισμένος, σύμφωνοι,
αλλά στα Πακιστανικά, πώς σε φωνάζουν;’
‘Ρασίντ’ παραδέχεται.
Κι αμέσως, αστραπιαία,
σαν να ηλεκτρίστηκα λίγο, και τον λόγο δε βλέπω,
παρά μόνο όταν γυρίσω,
και τους αντικρύσω μπριζωμένους.
‘Παιδιά ειλικρινά. Δεν έχω άλλη πατρίδα’
‘Απόψε δεν έχεις ελπίδα’
Αυτός ήταν ο Χοντρός.
‘Τα παιδιά που κάνουν αταξία’ του λέει,
τα μάτια του γουρλώνουν,
ζαλίζεται, παραπαίει, παραληρεί,
και μας μιλάει γι’άλλους Έλληνες που δεν είναι άσπροι,
για Σχορτσιανίτη και Αντετοκούμπο.
‘Ναι αλλά αυτοί παίζουν μπάσκετ, εσύ τι σκατά κάνεις;’
Βρίσκουμε και μπάλα να τον τεστάρουμε,
του την πασάρουμε στο στομάχι,
τόσο δυνατά που του’κοψε κάθε αέρα.
‘Σήκω να παίξουμε’ λέει ο Μίχος.
Ήχο δε βγάζει, μόνο κοιτάει γύρω του,
σα σκυλί που συνειδητοποιεί πως κυκλώθηκε.
Κι ο κύκλος κλείνει,
μαζεύει στο κέντρο.
Με το Μίχο να δίνει την πρώτη νότα,
μπουκέτο στα δόντια και σπρώξιμο,
του αλλάζουμε τα φώτα.
Του πατάει μια-δυο ο Λάμπης,
τον στέλνει στο Χοντρό,
που σπρώχνει γιατί δεν ξέρει να χτυπάει,
μα έχει τέτοια φόρα,
που τον προσγειώνει στο γόνατό μου,
και ματώνει πάνω μου.
Γέλια καρχαρία στην όψη του κόκκινου,
θέλουμε κι άλλο.
Άλλο ένα γόνατο του κλείνει το λαιμό, ενώ τον κρατάει χάμω,
μπετό από κάτω, μπετό από πάνω.
Και τα μπουκέτα που εξαπολύει,
εξίσου τσιμεντένια.
Κι εδώ το μέτρημα χάνεται, ποιος έριξε πού,
χάνονται και τα παρακάλια του στον γδούπο του κρέατος
που συγκρούεται με κρέας.
Παίρνουμε μια ανάσα,
παίρνει κι αυτός.
‘Μπράβο πιτσιρίκια’ αναφωνεί ο Μίχος,
περήφανος που το μίσος του είναι μεταδοτικό.
‘Δεν σας το είχα.
Τον φύλαξα ειδικά για σας.
Καιρός ήταν να δείξετε,
τα χρώματά σας,
για να βολτάρουμε και παρέα, ε;’
Γαλήνιο το ύφος του Λάμπη,
λάμπει και το Μπετό, που για σήμερα έδειρε κάποιον.
Ισχύει πως δεν μου το’χα,
σ’αυτό συμφωνώ,
κι αρχίζει να γυρίζει η αλάνα,
λες και τα μπουκέτα τα’φαγα εγώ.
Και τον Χοντρό δεν φαίνεται να τον πιάνει,
γιατί περήφανα – κι αυτός – κάνει αστειάκια.
‘Ξέρετε πώς λέμε ένα Πακιστανό που ματώνει στο πάτωμα; Μια καλή αρχή’
Τα γέλια των τριών μεγάλων,
του ανοίγουν την πόρτα στο κλαμπ των ισχυρών.
Μπορώ κι εγώ να μπω,
αν θέλω, αλλά έλα που δεν έχω κάτι να πω.
Να βρω αστείο τώρα,
δεν πρόκειται,
αλλά ούτε και τη δύναμη να τον ξαναχτυπήσω.
Για ποιο λόγο;
‘Μιχαλάκη, ξεπαρθενεύτηκες;’
μου κάνει ο ξάδελφος.
‘Σα να μη σ’έχω ξαναδεί να βαράς’
Όχι, αλλά έχω δει να βαράνε.
Πριν καν μάθω να μιλάω.
Και μπορεί στο θύμα μας,
την αρχή να την έδωσε εκείνος,
όμως εγώ το τελείωσα.
Τον έγδυσα, όπως ήταν πεσμένος, του κατέβασα το παντελόνι, το βρακί, τον έδγυσα.
Ο κώλος του το ίδιο καφετί με το υπόλοιπο δέρμα του.
Κι από γύρω, του σφυρίζουν κοροϊδίες,
λόγια που δε λέγονται σε τραπέζι,
λόγια που απλά δε λέγονται.
Είσαι μαύρος,
δεν έχει και πολλές επιλογές.
Αφού δεν είσαι άσπρος,
και είσαι στην Ελλάδα,
ένας μαύρος είσαι,
που λερώνει την παιδική μας χαρά.
Πάω κι εγώ να φτύσω οξύ
αλλά το στόμα μου,
όξινο, όπως έγινε,
δε βγάζει τίποτε.
Ούτε αέρα.
Πάει να βγει χολή και χτεσινή τυρόπιτα.
Το σταματάω. Σφίγγω τα δόντια.
Η παρουσία του ξένου θα’ναι,
που με αηδιάζει.
Κάποιος το’δε και με ρωτά αν είμαι άρρωστος.
‘Κοίτα πόσο χλωμός μοιάζει’
Κι άλλοι κοιτάνε τώρα,
βλέμματα πάνω μου,
όλα τα βλέμματα πάνω μου,
ακόμα και του Γιάννη – του Ρασίντ εννοώ –
και το δικό του ακόμα,
το στραβωμένο του στόμα ανοιχτό.
Κοίτα πού μ’έφτασε,
τι μ’έβαλε να του κάνω.
‘Είσαι καλά; Είσαι κάτασπρος’ ακούω, κι απαντώ
‘Άρα καλά είμαι, ενώ αυτός όχι’
και παίρνω ένα μαχαίρι,
από τον Μίχο, που στο χέρι πάντα κρατάει ένα,
ψάχνοντας αφορμή να το μοστράρει.
‘Αυτό για να με θυμάσαι’
Το κατεβάζω, κι αρχίζω να χαράζω τον κώλο του.
Σαν αγελάδα, γιατί στην Ελλάδα δεν είναι ιερές.
Τίποτα δεν είναι ιερό εδώ,
όλα τα τρώμε.
Σιωπή.
Ξάφνου σταματάω,
κόβω μαχαίρι αυτό που κάνω.
Το κακό μπορεί να μην το ολοκλήρωσα,
αλλά έχει γίνει.
‘Αυτό για να με θυμάσαι’
Κοιτάζω την παρέα που’χει μείνει.
Δεν ξέρω η βόλτα που λένε,
τι σκατά περιλαμβάνει,
αλλά μάλλον μόνο για μόστρα είναι το μαχαίρι,
τους έχω ξεράνει, κοίτα τους.
Μου πέφτει, καρφώνεται στο έδαφος.
Τινάζω απ’το κορμί μου τα χέρια του Μίχου,
τα γέλια των λακέδων του,
τον τρόμο του Χοντρού.
Τρέχω.
Τρέχω, γιατί το θυμάμαι το δρόμο.
‘Αυτό για να με θυμάσαι’
Τρέχω, έχοντας από ώρα σταματήσει να αντέχω το λαχάνιασμα,
αλλά δε γίνεται να σταματήσω.
Δεν μπορώ να πατήσω στέρεα,
σ’ένα μέρος μπορώ να πάω,
να συγκεντρωθώ,
μέχρι ακέραια – που ποτέ ξανά δεν θα’ναι – η συνείδησή μου,
να μου πει το επόμενο βήμα.
Γιατί πραγματικά, ό,τι έχω μπουκώσει μέσα μου,
σαν να χύνεται,
σα ρωγμές στο ταβάνι,
που σκίζονται και σε καταπλακώνει ολόκληρο.
Τρέχω γιατί αν σταματήσω,
θάφτηκα,
πάνω από – τι σκατα; – από τύψεις;
Και χάθηκα.
Τρέχω και ο χρόνος κυλλάει αντίστροφα,
γιατί τείνει προς το μηδέν.
‘Αυτό για να με θυμάσαι’
Μα δεν τον ξεχνώ,
με τίποτε τώρα,
πώς να σταματήσω να τον σκέφτομαι,
την κάθε μου ώρα,
πόσο μάλλον να ζήσω,
με τέτοιο βάρος,
σαν άρρωστη ψυχή,
γιατί ας το παραδεχτούμε,
είμαι, και δε θα έλειπα κανενός.
Αλλά έφτασα πίσω, ευτυχώς,
εκεί όπου ο γόρδιος δεσμός λύνεται.
Κοιτώντας απ’την ταράτσα το έδαφος,
σίγουρα σου’χει έρθει να κάνεις βουτιά.
Μα πέφτοντας σκοτώνεσαι,
και δεν ξανασηκώνεσαι,
οπότε μην βγάλεις πόδι μπροστά,
αν δεν το εννοείς να πηδήξεις.

Γράψε ένα σχόλιο