βοσκός

Βασιλιάς εκεί, βασιλιάς εδώ, βασιλιά όταν βλέπω, τρέχω να σωθώ!

Αυτά είναι άμα έχεις βασιλιά, όπως εμείς εδώ.

Κοιμάται καλά, ξυπνάει καλά, προστάζει να γενούν χίλια καλά.

Κοιμάται στραβά, ξυπνάει στραβά, τα κακά που θα μας βρουν δεν θα είναι αρκετά.

 

Σήμερα, το λοιπόν, ξύπνησε άγριο χάραμα κι αμέσως διέταξε να μαζευτούν οι γραμματικοί του για να γράψουν καινούργιο νόμο. Και μετά οι ντελάληδες να βγουν να ντελαλήσουν πως από τούτη τη στιγμή απαγορεύεται η μουσική!

Ντελάλης: «Ακούσατε, ακούσατε και όσοι δεν ακούσατε κακό του κεφαλιού σας, γιατί να μην ακούσετε δεν είναι του χεριού σας. Διατάζει ευθύς ο βασιλιάς οι μουσικές να πάψουν, τα μουσικά τα όργανα όσοι έχουν να τα κάψουν. Κι αν τύχει και ξανακουστεί νότα μες στο βασίλειο, αυτός που την τραγούδησε δεν θα δει άλλο τον ήλιο…»

 

Όλη μέρα το βασίλειο ήταν ανάστατο. Οι δρόμοι γέμισαν με κόσμο. Όλοι σχολίαζαν τον καινούργιο νόμο. Ψιθύριζαν αγανακτισμένοι με τα καινούργια καμώματα του βασιλιά τους…

– Τι ‘ναι πάλι τούτο το κακό;

– Τι του φταίει η μουσική;

– Φταίει και παραφταίει!

– Γιατί;

– Γιατί δεν τον άφησε όλη νύχτα να κοιμηθεί!

– Ά πα πα πα! Ποιος αθεόφοβος έπαιζε βραδιάτικα μουσική μέσα στου βασιλιά μας το αυτί;

– Που να μη σώσει ο ίδιος να αναπαυτεί!

– Και γιατί δεν πιάνει εκείνον και δεν το τιμωρεί;

– Γιατί δεν μπορεί να τον βρει.

– Κοτζάμ βασιλιάς και δεν μπορεί;

– Ας βάλει τους φύλακες, τι τους έχει εκεί;

– Αμ, έλα που το πρόβλημα είναι πιο σοβαρό. Γιατί όποιος το κάνε αυτό ήτανε πονηρός. Τρύπωσε στ’ όνειρό του κι έπαιζε μουσική. Θα τόλμαγε αλλιώς με τόση χωροφυλακή;

– Ά πα πα ξεδιαντροπιά. Με δόλο να ταράξουνε τον ύπνο του φτωχού μας βασιλιά!

 

…τέτοια έλεγαν, αλλά να φωνάξει δεν τολμούσε κανείς.

 

Κι οι καημένοι οι μουσικοί έφερναν ένας ένας τα όργανά τους στις πλατείες με σκυφτούς ώμους και κλαμένα μάτια. Τα ασπάζονταν γλυκά και τα παρέδιναν στις φλόγες.

Όχι όλοι. Μερικοί, θες από αγάπη για τη μουσική, θες που δεν πήραν σοβαρά τις απειλές του βασιλικού νόμου, έκρυψαν κιθάρες και μαντολίνα και κρυφά τις νύχτες κλειδαμπαρώνονταν και έπαιζαν χαμηλόφωνα αγαπημένες μουσικές και φτερωνόταν η καρδιά τους. Γιατί ζωή χωρίς μουσική είναι μέρα χωρίς ήλιο. Αντέχεις μια, αντέχεις δυο, πόσες ν’ αντέξεις όμως;

Μα δεν ήταν όλοι τυχεροί.

Κάποιους τους πρόδωσαν από ζήλια.

Άλλους τους πρόδωσαν από φόβο κι άλλους από πίστη στο δίκιο του βασιλιά:

Κάποιους πάλι έτυχε να τους προδώσει η μεγάλη τους χαρά καθώς έπαιζαν μουσική τη στιγμή που οι φύλακες περνούσαν απ’ τη γειτονιά…

 

Κι έτσι, σιγά σιγά σωπάσανε τα στόματα. Ξεμάθανε τα χέρια να χαϊδεύουν χορδές, να ταιριάζουν νότες.

 

Κι όλα έγιναν μουντά και γκρίζα. Κι οι καλημέρες ήταν καχύποπτες (-«θες να ήταν αυτός που μας πρόδωσε;») κι οι καληνύχτες στυφές,  αφού δεν βρισκόταν ούτε μια νότα χαράς να ξεπλύνει τον ουρανίσκο από την πίκρα του μεροκάματου.

 

Κι ο βασιλιάς;

Αυτουνού δεν του έλειψε η μουσική;

Δεν το ξέρουμε.

 

Μάθαμε όμως, ότι ένα πρωί, άγριο χάραμα, μπήκε στην ολόχρυση άμαξά του. Ο αμαξάς φοβέρισε με το μαστίγιό του τον αέρα και τα άλογα όρμησαν κατά τους αγρούς. Κάπου κάπου το χέρι του βασιλιά τραβούσε το κουρτινάκι του παράθυρου και κοίταζε πέρα μακριά. Όταν πλησίασαν στο δάσος τα άλογα χλιμίντρισαν και σταμάτησαν. Η πόρτα άνοιξε. Ήταν πρωί ακόμη. Ο ήλιος μόλις είχε προλάβει να πασπαλίσει μια στρώση χρυσόσκονη τις κορυφές των δέντρων. Τα αηδόνια βαθιά στα φυλλώματα συνεπαρμένα από το ίδιο το τραγούδι τους συνέχιζαν τις νυχτερινές καντάδες. Ο βασιλιάς ακούμπησε  στον κορμό του πρώτου δέντρου που βρέθηκε μπροστά του και ονειρεύτηκε ξύπνιος. Ο ήλιος ανέβηκε πιο ψηλά. Τα αηδόνια σταμάτησαν. Τα μάγια λύθηκαν.

 

Γυρίζοντας ο βασιλιάς να μπει στην άμαξα, είδε στον απέναντι λόφο ένα δέντρο μοναχό που χώριζε τη μέρα από τη νύχτα. Γύρω του ένα κοπάδι άσπρες μπάλες μασουλούσαν το νοτισμένο γρασίδι. Και δίπλα στον κορμό του άλλος ένας … κορμός θαρρείς, έβγαλε ξαφνικά κλαδιά κι άρχισε να παίζει ένα λυπητερό σκοπό.

 

Ο βασιλιάς στάθηκε κι άκουσε.

Χαμογέλασε.

Ταξίδεψε, αγκιστρωμένος απ’ τις νότες τις γλυκές.

Μα τέλειωσε η μουσική.

Κι εξαγριώθηκε.

Ποιος  ήταν αυτός που τολμούσε να παραβεί τις εντολές του; Τι λέω; Ποιες εντολές;! Τους νόμους τους ίδιους!

 

Η άμαξα κακήν κακώς ανηφόρισε την πλαγιά. Τα άλογα λαχανιασμένα ανέμιζαν τις χαίτες τους. Ο αμαξάς όρθιος ανέμιζε το μαστίγιο. Τράβηξε απότομα τα γκέμια. Τα άλογα σηκώθηκαν στα πίσω πόδια. Η άμαξα έστριψε,  ζυγιάστηκε μια στη μια και μια στην άλλη ρόδα και σταμάτησε. Η πόρτα άνοιξε. Ο βασιλιάς βγήκε κι αντίκρισε την πλάτη αυτού του αναιδούς υπηκόου, που ούτε καν γύρισε να τον δει!

Οργή! Οργή! Οργή!

Αμαξάς: «Τα μάγουλα του βασιλιά ποτέ δεν ήταν τόσο κόκκινα. Τα χέρια του βασιλιά ποτέ δεν έτρεμαν τόσο πολύ. Η καρδιά του βασιλιά ποτέ δεν χτύπησε τόσο γρήγορα. Τα μάτια του βασιλιά ποτέ δεν τα διέτρεξαν τόσα ποτάμια κόκκινο αίμα.»

 

Αυτά είπε ο αμαξάς στους γιατρούς, αφού τον μετέφερε λιπόθυμο στο παλάτι.

 

Και τι έφταιξε για όλα αυτά; ρώτησαν οι γιατροί τον αμαξά.

«Ήταν αυτός εκεί πάνω στο λόφο, δίπλα στο δέντρο, αυτός που έπαιζε βιολί, αδιαφορώντας για το βασιλιά και για τους νόμους του!»

 

Εκείνο το πρωί σαν ανατριχίλα όρμησαν οι ψίθυροι σ’ όλο το βασίλειο. Μπήκαν σε αυλές, χώθηκαν σε εργαστήρια, τρύπωσαν  σε κελάρια:

-«Κάποιος παίζει ακόμα μουσική! Ένας βοσκός… ένα βιολί… ο βασιλιάς… η μουσική… ακόμα… ακόμα… ακόμα…»

 

Και πριν καλά καλά μεσημεριάσει, γέμισαν οι πλατείες ανθρώπους, γέλια, μουσικές από το πουθενά φερμένες. Μες στις καρδιές θαρρείς πως ήταν όλο τον καιρό κρυμμένες.

 

Κι ο ήλιος κάθισε στου βασιλιά το θρόνο κι έγραψε ο ίδιος της ζωής και της χαράς το νόμο.

……………………………………………

Υ.Γ.  Ξέχασα να σας πω για ‘κείνον τον βοσκό πως γεννήθηκε κουφός κι άκουγε μόνο το βιολί του, που τραγουδούσε όσα αγαπούσε η ψυχή του.

………………………………………….

                                                                     [Τη ζωγραφιά έκανε η Ιωάννα Γιουσφαρά]

2 Comments Παραμύθι;

Γράψε ένα σχόλιο