21902-0.girl-raped-1.17e5714b6ae74eb20edba678c0ffb002

Δεν είχε έρθει η ώρα για να κοιμηθεί. Αν κοιμόταν εκείνη την στιγμή, θα έβρισκε λίγες στιγμές ηρεμίας ανάμεσα σε εφιάλτες. Αλλά, θα έχανε ένα μέρος της μνήμης του. Δεν θα μπορούσε να θυμηθεί λεπτομέρειες. Αυτό το «αλλά» τον στοίχειωνε.

Τα βήματα ήταν απλά. Μια κούπα. Μέχρι την μέση καφές. Το υπόλοιπο ουίσκι. Ένα χαρτί. Ένα στυλό. Κι άλλο χαρτί. Ένα τσιγάρο. Ο αναπτήρας. Κι άλλο χαρτί. Άλλο ένα τσιγάρο. Πολλά χαρτιά. Περισσότερα τσαλακωμένα στο πάτωμα. Κακογραμμένα γεγονότα. Κι η ιστορία άρχισε.

*

Όπως κάθε πρωί, ξύπνησε αρνούμενος να δεχθεί την πραγματικότητα. Είχε μισή ώρα για να σηκωθεί από το κρεβάτι, να γίνει «άνθρωπος» και να φύγει για το γραφείο. Η ζέστη στο δωμάτιο δεν τον άφηνε να ανοίξει τα μάτια του. Πήρε την απόφαση να σηκωθεί και πήγε κατευθείαν στο ντουζ. Το νερό ήταν το μόνο που του εξασφάλιζε ότι θα μπορούσε να τρέξει να προλάβει την μέρα που άρχιζε.

Στο γραφείο ήταν όλα το ίδιο βαρετά. Καμιά αλλαγή. Η υπέρβαρη προϊσταμένη με την τυρόπιτα στο χέρι τον καλημέρισε μπουκωμένη, και το στόμα της γέμισε με ακόμη μια γενναία μπουκιά που χάθηκε αμέσως.
«Στον λαιμό να σου κάτσει» σκέφτηκε και φλέρταρε με την ιδέα να το εκφράσει κιόλας. Δεν το έκανε. Αρκέστηκε σε ένα απλό νεύμα.

*

Το γραφείο ήταν ανάστατο. Η αταξία ήταν ο παράδεισός του. Ένιωθε ασφάλεια ανάμεσα στα ξεχασμένα και παραπεταμένα χαρτιά. Κάπου εκεί, βρήκε και την αναπάντεχη ταραχή που τον ανάγκαζε τώρα να μένει ξύπνιος, στα πρόθυρα του hangover, με τα τσιγάρα να τελειώνουν δίπλα του και το χαρτί να γεμίζει με σκόρπιες λέξεις.

Πήρε στα χέρια του μια αίτηση. Βαριόταν να δουλέψει. Οπότε εφάρμοσε το παλιό κόλπο της γραφειοκρατίας. Πήρε το τηλέφωνο και κάλεσε την ενδιαφερόμενη.
«Να περάσετε από το γραφείο. Σήμερα κιόλας. Πρέπει να διορθώσουμε τα δικαιολογητικά σας.»

Έτρεξε κι εκείνη πανικόβλητη. Τι λάθος είχαν βρει πάλι; Ένα ήταν το λάθος. Που δεν πήγε από την αρχή να δει την εξέλιξη. Θα μάλωνε στην ανάγκη. Γι αυτό είχε προετοιμαστεί και σήμερα. Για τσακωμό και πολύ θέατρο.

*

Η έκπληξη ήρθε μόλις πέρασε το κατώφλι του γραφείου. Περίμενε να αντικρίσει ένα μεσόκοπο με φαλάκρα. Αντ’ αυτού την περίμενε ένας άνδρας, λίγο πάνω από τα τριάντα, που όσο είχε αρχίσει να γκριζάρει στους κροτάφους. Σκίρτησε κι άρχισε να φτιάχνει εικόνες στο μυαλό της. Ήταν σίγουρη πως πήγαινε γυμναστήριο. Αναγνώριζε τις γραμμές του σώματος, μέσα από το στενό πουκάμισο. Μα το κυριότερο; Ενδόμυχα, ένιωθε ότι τον ήξερε.

Κι αυτός από την μεριά του σοκαρίστηκε. Περίμενε να δει κάποια υπερήλικη. Συνήθως με τέτοιες είχε να κάνει. Ανάτρεξε στα χαρτιά της ενδιαφερομένης. Ήταν συνομήλικοι. Αρκετά όμορφη. Απίστευτα ελκυστική. Με κάτι οικείο.

*

Ξεκίνησε να της μιλά για το πρόβλημα που υποτίθεται ότι εντόπισε. Φούμαρα που του εξασφάλιζαν μία ώρα σχεδόν σκασιαρχείου. Γρήγορα, άρχισε να περνά σε προσωπικές ερωτήσεις. Να ρωτά πράγματα για την ζωή της. Έμεναν στην ίδια γειτονιά. Το είδε και στα χαρτιά της. Στο σούπερ μάρκετ θα την είχε δει.

Άρχισε κι εκείνη να σκέφτεται πιο σύνθετα. Έψαξε σε εικόνες και μνήμες. Σε χρόνια που καμία σχέση δεν είχαν με το σήμερα. Τα θυμήθηκε όλα. Με κάθε λεπτομέρεια. Λεπτό προς λεπτό. Με τον πόνο να ζωντανεύει σε κάθε κύτταρο του σώματός της.

*

Θυμήθηκε. Τα Χριστούγεννα εκείνα του ’95. Τότε που ζούσαν στην Καισαριανή. Πίσω από το Σκοπευτήριο. Κόρη φτωχής οικογένειας. Το χειρότερο, όμως, δεν ήταν η φτώχεια, αλλά που ήταν γυναίκα. Αδύναμη, όμορφη χωρίς να το επιδιώξει.

Θυμήθηκε. Την ανεμελιά που σε λίγη ώρα έχασε. Είκοσι χρόνια πριν, σε ένα σοκάκι πίσω από το σκοπευτήριο. Στην γειτονιά που έμενε με τους γονείς της, αυτή που έμελλε να του μάθει πώς οι τύψεις γίνονται τρόπος ζωής.

*

Άτιμα παιχνίδια που παίζεις μνήμη καμιά φορά. Άραγε είχαν δίκιο ή απλά ταυτίστηκαν τα πάθη τους; Μήπως δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους; Μήπως συναντιούνται πρώτη φορά σε αυτό το γραφείο; Μήπως πρόκειται για ένα κακογραμμένο αστείο; Μήπως…

Μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να καταλάβουν αν είχαν δίκιο. Να πέσουν στο κρεβάτι. Πάλευαν με χίμαιρες. Γνώριζαν ότι θα ξυπνούσαν μνήμες που θα τους πετούσαν από την Σκύλα στην Χάρυβδη.

*

Ανανέωσαν το ραντεβού τους για το απόγευμα. Λίγη ώρα μετά το σχόλασμα του από την υπηρεσία. Έβαλε τα δυνατά του να είναι ψύχραιμος. Έβαλε τα δυνατά της να είναι ποθητή. Άλλωστε είχαν τον ίδιο σκοπό, το ίδιο κίνητρο, μα διαφορετική ανάγκη. Αυτός ήθελε σεξ, αναγνώριση και να διορθώσει το λάθος που έκανε πριν χρόνια. Αυτή ήθελε σεξ, αναγνώριση κι εκδίκηση για το λάθος που της φόρτωσαν πριν καταλάβει πώς περνούν τα χρόνια.

*

Τελικά το βράδυ δεν άργησε να φτάσει. Τα κορμιά αγκαλιάστηκαν κι οι μνήμες ξύπνησαν. Βιαστής και βιασμένη αντικριστά, ξέπνοοι σε έναν αγώνα εξιλέωσης. Μα η αίσθηση δεν ήταν η ίδια. Η μυρωδιά του σώματος δεν είχε αλλάξει, αλλά το άγγιγμα έγινε πιο απαλό. Σχεδόν σαν χάδι, γεμάτο υποσχέσεις.

Το τέλος είχε ανάμεικτη αίσθηση. Πέρασε το μήνυμα της συγγνώμης. Ήρθε η ολοκλήρωση της εκδίκησης. Ήταν έτοιμοι, να παραδεχτούν ότι τους άρεσε αυτή η επανάληψη της πρώτης τους, άγαρμπης φοράς.

*

Τα μάτια, τελικά, έκλεισαν το ξημέρωμα. Τα τσιγάρα τέλειωσαν. Τα χαρτιά είχαν γεμίσει σκέψεις και διαπιστώσεις. Το μέλλον ήταν ακόμη θολό, κι ας άφηνε ανοιχτούς ορίζοντες για όνειρα. Τα πάθη της Καισαριανής, είχαν γίνει λάθη. Μα κάθε στιγμή ανήκαν όλο και περισσότερο στο χθες, την στιγμή που το σήμερα έδινε απλόχερα την ευκαιρία για να διορθωθούν.

Γράψε ένα σχόλιο