Το χαμένο ποδήλατο ~ Τριανταφυλλιά Καϊμακάμη    

Ήταν πολύ όμορφο εκείνο το παγωμένο πρωινό. Ο δυνατός αέρας διαπερνούσε το σκελετωμένο κορμάκι του και τα χέρια του είχαν ξυλιάσει μέσα στα σχισμένα γάντια, όμως ο ήλιος έφερνε στο νου του ανοιξιάτικα παιχνίδια  και ξεχνιόταν. Σπάνιζαν τέτοιες μέρες στα μέσα Δεκέμβρη και φρόντιζε να κυνηγά και να αιχμαλωτίζει στις παλάμες του κάθε αντανάκλαση ηλιαχτίδας. Τις φύλαγε προσεχτικά στις τρύπιες τσέπες του, για τις πιο δύσκολες μέρες που ήξερε πως δεν αργούν. Πλησίαζαν γιορτές και η αγορά ήταν πλημμυρισμένη με κόσμο, σακούλες, κορδελίτσες, φωνές και γέλια πηγαινοέρχονταν και στροβιλίζονταν στην ατμόσφαιρα. Ήταν μια καλή ευκαιρία να βγάλει κάτι παραπάνω, και να ενισχύσει τις οικονομίες που μάζευε κάθε φορά παρακρατώντας κρυφά ένα μικρό μέρος από τις ελεημοσύνες. Και λόγω των ημερών άλλωστε οι άνθρωποι ήταν πιο γενναιόδωροι και ίσως τελικά κατάφερνε να αγοράσει μια σακουλίτσα από εκείνα τα χρωματιστά ζαχαρωτά που έπαιρναν όλα τα παιδιά μετά το σχολείο.

Σαν κάθε μέρα,  κοντοστάθηκε για λίγο στα κάγκελα του σχολείου να  ξεκλέψει καμιά ξεχασμένη  λέξη από τα παιχνίδια στην αυλή ή τίποτα ποιηματάκια από αυτά που συζητάνε τα παιδιά στις σκάλες πριν μπούνε στις τάξεις, και πολύ τα ζήλευε. Απογοητευμένος, ξετρυπώνει το κεφάλι του από την σιδερένια καγκελόπορτα και θυμίζει με πείσμα στον εαυτό του  πως μια μέρα,  που θα ‘χει μαζέψει όσα πρέπει θα πάει και αυτός σχολείο, και θα έχει και αυτός βιβλία και μολύβια και φίλους … Κάνει να φύγει για την συνηθισμένη του γωνιά, όμως το βλέμμα του σκαλώνει σε ένα μικρό μπλε ποδήλατο. Είναι ακουμπισμένο στο χαμηλό τοιχάκι κοντά στην πόρτα, σχεδόν καινούριο με ασημένιες ακτίνες που λαμπίριζαν από τον ήλιο. Ποτέ δεν είχε ποδήλατο και στα μάτια του φάνταζε απίθανο να αποκτούσε ποτέ ένα δικό του. Δεν το πολυσκέφτηκε. Ανέβηκε πάνω και έστριψε βολίδα  προς την αγορά. Ο  πεζόδρομος ήταν γεμάτος κόσμο, και είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα αλλά ο ενθουσιασμός του δεν τον άφηνε να χαλαρώσει το πηδάλιο. Ήταν η καλύτερη μέρα της ζωής του, και τώρα ήξερε πως δεν ήθελε πια ζαχαρωτά, θα μάζευε όλες τις οικονομίες του για να πάρει ένα κουδουνάκι, ένα μικρά ασημένιο κουδουνάκι, για το ποδήλατο του, το δικό του ποδήλατο…

Το κουδούνι του σχολείου σήμανε το τέλος των μαθημάτων και οι παιδικές κραυγές ζωντανεύουν το τσιμεντένιο προαύλιο. Η καγκελόπορτα ανοίγει, ο δρόμος γεμίζει γέλια και σχολικές τσάντες καθώς οι μικροί μαθητές αποχωρούν ένας-ένας ή σε παρέες. Μέσα σε λίγα λεπτά έχουν αποχωρήσει σχεδόν όλοι και οι τελευταίοι τρέχουν βιαστικά προς την αυλόπορτα. Ένα μικρό αγόρι βγαίνει από την πόρτα, στρέφει το κεφάλι του αριστερά κα  γυρίζει ανήσυχα το βλέμμα του στο τοιχάκι. Περπατά ως την γωνία, επιστρέφει, και ξανά το ίδιο. Τα μάτια του γεμίζουν με δάκρυα, πετάει την τσάντα του, ανεβαίνει την σκάλα με λυγμούς, κάθεται στο πλατύσκαλο και κρύβει το πρόσωπο του  στις παλάμες του..

Γράψε ένα σχόλιο