Υλικά για καρυδόπιτα

Του Αστέριου Τσίκρα


mitera

Του Αστέριου Τσίκρα

Επέμενε. Εγώ της εξηγούσα με κάθε λεπτομέρεια. Αλλά εκείνη επέμενε με την ίδια σχολαστική λεπτομέρεια με την οποία της εξηγούσα εγώ. Στην αρχή, σε κάποια φάση απελπισίας, μετά από έναν καταρράκτη ύβρεων και φωνών εκ μέρους μου, είχα αποφασίσει να φτάσω στα άκρα. Την είχα απειλήσει. Είχα σηκώσει το χέρι μου σαν γελοίος νταής αλλά εκείνη έδειξε να μη φοβάται. Τελικά κατάλαβα πως δεν ήταν φόβος. Ήταν άγνοια. Άγνοια κινδύνου. Απλώς μισόκλεισε τα μάτια, όπως ένα απορημένο σκυλί που δεν έχει εκπαιδευτεί να αναγνωρίζει τον κωδικό Α.Ε.Σ., «Απειλή Επικρεμάμενης Σφαλιάρας». Και δεν αντέδρασε καθόλου.

Ως πεδίο ειρήνης είχαμε ορίσει το μπαλκόνι. Αυτή, γιατί πήγαινα και καθόμουν πρώτος εγώ. Έτσι το αίσθημα της ολοένα αυξανόμενης ανασφάλειάς της την οδηγούσε προς τα εκεί, -προς την καθησυχαστική ψευδαίσθηση ενός λιμανιού στο πλάι ενός οικείου προσώπου-, με τα μικρά της βήματα και τον ήχο από τις σερνάμενες παντόφλες. Εγώ, γιατί είχα την ανάγκη να βρίσκομαι σε ανοιχτό αέρα, σε ελεύθερο πεδίο, στο τσιμεντένιο παρατηρητήριο όπου με το βλέμμα μετρούσα τις μέρες ενός θνήσκοντος καλοκαιριού. Αυτή με κοίταζε λοξά, καθώς δίσταζε πριν αποτολμήσει την επόμενη ερώτηση, που ενίοτε ήταν ίδια και με την προηγούμενη και με την επόμενη. Κάθε φορά το πρόσωπό της γέμιζε με μια αδιόρατη θλίψη, τα χείλη της σφίγγονταν από την προσπάθεια να μη ρωτήσει –μια μάχη που την έχανε πάντα-, ενώ τα χέρια της παρέμεναν σταυρωμένα πάνω στα πόδια της σε μια στάση σχεδόν ικεσίας, «Μην αρνηθείς να μου απαντήσεις», κι ένα βλέμμα που άλλαζε ανάλογα με την πορεία των πραγμάτων. Αν απαντούσα στις ίδιες βασανιστικές ερωτήσεις, με κοίταζε με τη γλύκα της γυναίκας που ξαναβρίσκει ξαφνικά τον άσωτο υιό της. Αν δεν της απαντούσα, γύριζε στα αριστερά –καθόταν διαρκώς από την ίδια πλευρά, οπότε το ανοιχτό τοπίο του μπαλκονιού ήταν πάντα αριστερά- και κοίταζε κάτω, το δρόμο, με άδειο βλέμμα, ενώ τα χείλη της ανοιγόκλειναν, σαν να εκτελούσε ευσυνείδητα μία σειρά από ‘μάντρα’ σε ώρες νεκρές από δραστηριότητα.

Την υπέβαλα σε ασκήσεις. Πνευματικές ασκήσεις. Ζητούσα να θυμηθεί πράγματα. «Πήρες το χάπι σου;». Απαιτούσα να επαναφέρει μνήμες παμπάλαιες, αυτές της παιδικής της ηλικίας. «Τότε που μένατε στο Κάιρο, πώς λέγανε τα δυο κοριτσάκια που παίζατε μαζί;». Διέταζα να βρει απαντήσεις σε εύκολες ερωτήσεις σταυρολέξων. «Θήκη για τσιγάρα», και συμπλήρωνα, πιστεύοντας πως έτσι θα τη βοηθήσω να κάνει συνδέσεις μέσα στους αχανείς διαδρόμους του μυαλού της, «Είναι και τραγούδι της Βέμπο, το έλεγες κάποτε, συνήθως όταν μαγείρευες». Οι ρυτίδες που πάλλονταν ανάμεσα στα φρύδια της δήλωναν ότι έμπαινε σε διαδικασία σκέψης, γι’ αυτό που της φαινόταν θελκτικό ως μνήμη. «Όταν μαγείρευες…» Κι εκείνη η ανεπαίσθητη κίνηση στα ρουθούνια της φανέρωνε ότι η διαδικασία της μνήμης επανερχόταν με τυραννική βραδύτητα αλλά δυστυχώς σταματούσε λίγο πριν τον τερματισμό.

Το ίδιο βράδυ, την ώρα που φορούσε τη νυχτικιά της, την άκουσα να τραγουδάει, «Τι μου τη χάρισες αυτήν την ταμπακιέρα…». Πήγα ακροπατώντας ως το διάδρομο, είδα ότι εκείνη τη στιγμή τοποθετούσε το φιλέ στα μαλλιά της –αιώνια γυναικεία ματαιοδοξία- κι έφυγα αμέσως, προσπαθώντας με κόπο να συγκρατήσω το γέλιο μιας ανόητης σκέψης ότι, το φιλέ ίσως να δημιουργούσε ένα αόρατο ευεργετικό πεδίο που βοηθούσε στη χαμένη μνήμη! Ήταν εκείνες οι στιγμές που ένιωθα γι’ αυτήν μια απέραντη τρυφερότητα, η οποία ερχόταν και σκέπαζε στην ψυχή μου την αρρωστημένη ηδονή να την τυραννήσω σε ανταπόδοση όσων θεωρούσα -στο δικό μου ανασφαλές μυαλό-, ότι μου είχε κάνει κάποτε κι εκείνη. Ύστερα ξάπλωνε να κοιμηθεί, πάντα με έναν βαρύ αναστεναγμό. Έτσι ξεκινούσε το βραδινό της ταξίδι στον ανεξιχνίαστο κόσμο των ονείρων, που έχουν την ευλογία να μη διαθέτουν λογικό ειρμό άρα και κανενός είδους απαίτηση για ορθή κατάταξη στη ram μνήμη του εγκεφάλου για μελλοντική χρήση. Ήταν η μόνη ώρα που αφηνόταν στην πλήρη χαλάρωση μιας ζωής χωρίς απαιτήσεις. Καμιά φορά ροχάλιζε ελαφρά. Ύστερα άλλαζε πλευρό και σταματούσε, μέχρι κάποιο ανεξέλεγκτο παραμιλητό στα βάθη της νύχτας.

«Η μητέρα σας πάσχει από Αλτσχάιμερ. Μια εκφυλιστική πάθηση με κύριο χαρακτηριστικό την απώλεια της μνήμης. Οι νευρώνες του εγκεφάλου καταστρέφονται σταδιακά, λόγω της αμυλοειδούς πρωτεΐνης ή των υπολειμμάτων των νεκρωμένων κυττάρων. Το στρες, ο φόβος, η κούραση, τα φάρμακα, επηρεάζουν κι αυτά.»

Ήταν ένα από εκείνα τα απογεύματα της ανακωχής στο μπαλκόνι, μετά από μια λεκτική σύρραξη. Το βλέμμα της ήταν πιο άδειο από ποτέ. Τα χείλη της αρνούνταν να κινηθούν για να σχηματίσουν άηχες, ασυνάρτητες λέξεις. Της υπέβαλα την πιο ηλίθια ερώτηση στον κόσμο, «Μαμά, θυμάσαι πώς φτιάχνουν την καρυδόπιτα;» Μάλλον τη διέκοψα από, ποιες ξέρει τι είδους, σκέψεις και μετά από λίγα αποκαρδιωτικά δευτερόλεπτα κενού βλέμματος, ξαφνικά, μέσα σε ένα απόγευμα λουσμένο στο φως ενός γέρου πια ήλιου που σε λίγο θα άπλωνε σεντόνια με άστρα για να μας σκεπάσει στοργικά, είπε, «Μπορεί να θυμάται η θειά σου, η λιχούδα. Να πάρω αύριο καρύδια και… αλεύρι… ζάχαρη και… τι άλλο θέλει; Ε, θα μας πει η Φρόσω, και θα σε φτιάξω.» Μου χαμογέλασε κι ύστερα ξαναγύρισε στην ομιχλώδη αναπόληση μιας δύσκολης ζωής. Έτσι λέω εγώ, ότι αναπολούσε. Μπορεί να ήταν απλά ένα άδειο βλέμμα που περιφερόταν κουρασμένο σε δρόμους που είχε διαβεί αλλά δεν τους θυμόταν. Ίσως προσπαθούσε να τους χαρτογραφήσει πάλι. «Λες να θέλει κι αβγά;» με ρώτησε κοιτώντας πλάγια. Ύστερα μισοκλείνοντας τα μάτια ατένισε τον ορίζοντα. «Κοίτα ένα φως, ψυχή μου. Σκέτο κεχριμπάρι. Τέτοιο χρώμα είχε και το κομπολόι του μπαμπά σου.»

Το βράδυ, την ώρα που έβαζε το φιλέ την άκουσα να μουρμουρίζει, «Τουλάχιστον ένα φλιτζάνι καρυδόψιχα θα τη θέλει. Να μη σου πω κι ενάμιση. Και γαρίφαλο καλέ, θα το ξεχνούσα, η ανόητη!»

Μπήκα στο ίντερνετ. Έγραψα, «Συνταγή για καρυδόπιτα». Μου επέστρεψε «161.000 αποτελέσματα σε 0,23 δευτερόλεπτα». Τελικά θέλει έξι αβγά. Και μπέικιν. Και βανίλια. Το τύπωσα. Θα της τα πω το πρωί. Θα της δώσω συγχαρητήρια που θυμήθηκε σχεδόν τα μισά υλικά. Δε θα της πω άχρηστα, ως προς τη συνταγή, πράγματα, όπως ας πούμε ότι η αδελφή της, η Φρόσω, έφυγε πριν από οκτώ χρόνια από καρδιά. Ύστερα θα την αγκαλιάσω και πριν βγούμε για ψώνια θα της πω, ότι τώρα που έχει χαθεί μέσα σε αδιέξοδους δρόμους μνήμης, θα θυμάμαι εγώ και για τους δυο.-

Comments 0

Υλικά για καρυδόπιτα

log in

Captcha!
Don't have an account?
sign up

reset password

Back to
log in

sign up

Captcha!
Back to
log in
Choose A Format
Trivia quiz
Series of questions with right and wrong answers that intends to check knowledge
Poll
Voting to make decisions or determine opinions
Story
Formatted Text with Embeds and Visuals
List
The Classic Internet Listicles
Open List
Open List
Meme
Upload your own images to make custom memes
Video
Youtube, Vimeo or Vine Embeds
Audio
Soundcloud or Mixcloud Embeds
Image
Photo or GIF