STILL_LIFE4_Dimitris_Papaio_b

Θα ‘θελες κάτι να πεις, ν’ ακουστείς, ν’ ανοίξει επιτέλους αυτό το χωνί· να στάξεις μέσα, σταγόνα -σταγόνα, να μπερδευτείς μες το νερό, να κολυμπήσεις· ίσως πνιγείς· κι έπειτα να γίνεις πνοή, άνεμος που σφυρίζει και πάει, παρασύροντας στη δίνη του ότι βρεθεί στο δρόμο του, ό,τι μπορεί να σηκώσει. Να γίνεις δέντρο, ψηλό και υπερήφανο· να γίνεις ο κορμός και τα φύλλα του, οι ρίζες, το χώμα που το σκεπάζει· και καθώς οι περαστικοί σε χαζεύουν , εσύ ο ίδιος θα βάζεις φωτιά στη γη που σε θρέφει. Και θα χάνεσαι, θα μπερδεύεσαι, στη λύπη και τη χαρά, την εκπλήρωση και την αποτυχία. θα ζητωκραυγάζεις και θα σιωπάς σε παράλληλους καιρούς και χρόνους και θα ρίχνεις τα φύλλα σου μικρέ μου την ίδια εκείνη ώρα που θ’ ανθίζεις.. Και θα σαι εσύ μέσα σ’ όλους και όλοι μέσα σε σένα, σ’ ένα ατέρμονο σύμπαν, θα ψάχνεις και θα ψάχνεσαι. Και έτσι κατάφερες να ζεις για πάντα, έτσι ζούσες και τότε, μέσα σε αυτές τις λέξεις, στην ενέργεια που φυλακίζει τα συναισθήματά σου· ποια σου δηλαδή;

Στην υγειά αυτής της μιας, ενιαίας και αδιαίρετης πνοής, στον φρουρό που παραφυλάει την κραυγή μέσα σου, στα δευτερόλεπτα που ξεχάστηκες μέσα στη φαντασία σου και ήσουν εσύ, η φαντασία η ίδια. Σε εκείνο το αβέβαιο και αναποφάσιστο μονοπάτι που ψάχνει τον εαυτό του.

Γράψε ένα σχόλιο