‘Πόσο άδικος είναι ο κόσμος που ζούμε’, σκεφτόταν η Βαγγελιώ. Αυτήν τη σκληρή πραγματικότητα, αντιλαμβανόταν καθημερινά. Προβλήματα υπήρχαν έξω από το σπίτι της, στους δρόμους που περπατούσε και στις ματιές που έριχνε έξω από το παράθυρό της: Άστεγοι, φτωχοί, άνθρωποι, να ψάχνουν κάθε μέρα στα σκουπίδια για ένα κομμάτι ψωμί. Στη γειτονιά της, μία γιαγιά. Ντρεπόταν να την αντικρύσει, ήταν σαν να έβλεπε τη θεία της να ψάχνει για φαγητό. Με παλιωμένα ρούχα, που όσο έμπαινε ο χειμώνας της φαίνονταν όλο και πιο λιγοστά και με τα χέρια της μουντζουρωμένα, σερνόταν ανάμεσα στους κάδους καθώς δεν μπορούσε διαφορετικά να μετακινηθεί. Το πιο δύσκολο της ήταν ν’ αντικρύσει εκείνο το θλιμμένο ύφος, την απογοήτευσή της όταν δεν έβρισκε κάτι να πάψει την πείνα της, την ανακούφιζε όμως η λαχτάρα της όταν κάποιος της πρόσφερε από την δική του σακούλα. Η ίδια, πολλές φορές της είχε αφήσει ψωμί και γάλα, αλλά και μαγειρευτό φαγητό από εκείνο που συνήθιζε να ετοιμάζει μαζί με άλλες γυναίκες στα συσσίτια για όσους είχαν την ανάγκη- και δεν ήταν λίγοι… Καθημερινά διαπίστωνε πως η ποσότητα που ετοίμαζαν, δεν αρκούσε ποτέ ως τον τελευταίο, αφού προσέρχονταν όλο και περισσότεροι. Το γεγονός αυτό, από μία άλλη οπτική, της πρόσφερε χαρά, καθώς σκεφτόταν ότι μπορούσε και βοηθούσε περισσότερο κόσμο, αλλά της έδινε και μία εικόνα από το μέγεθος του προβλήματος, ‘όλο και περισσότεροι άνθρωποι που βρίσκονται σε ανάγκη’ , συλλογιζόταν.
Έτσι περνούσε τις μέρες της. Ήταν και ένας τρόπος να ξεχνάει τη μοναξιά της, συνταξιούχος εδώ και χρόνια και ενώ έκανε προσπάθειες να προσαρμοστεί σε μία ζωή χωρίς οικογένεια, χωρίς κόσμο γύρω της, χωρίς τις φωνές των παιδιών που πλαισίωναν τις αναμνήσεις της από το σχολείο, βρήκε το νόημα της απομένουσας ζωής της στο να προσφέρει στους συνανθρώπους της. Ήλπιζε ότι κάτι θα μπορούσε να καταφέρει… Πήγαινε στα συσσίτια εγκαίρως, για να προετοιμάσει το γεύμα αλλά και το δείπνο. Ευτυχώς, υπήρχε κόσμος που βοηθούσε. Άλλοι κάνοντας δωρεές, άλλοι χαρίζοντας τρόφιμα, άλλοι απλώς μαγειρεύοντας και προσφέροντας τροφή και γάλα. Ο καθένας τους πρόσθετε το δικό του λιθαράκι. Ο κόσμος που συγκεντρωνόταν εκεί, αξιοπρεπής, τους ευγνωμονούσε από την ψυχή του. Ηλικίες διαφορετικές, από παιδιά μέχρι ηλικιωμένοι, όλοι έδειχναν να εκτιμούν αυτήν την γεμάτη αγάπη κίνηση. Της αρκούσε αυτό. Ήταν το δικό τους ευχαριστώ και έφτανε για να της δώσει το έναυσμα να συνεχίσει να προσφέρει ακόμη και όταν έπρεπε να βγει από το σπίτι με παγωνιά, κάτι που έπαψε να την απασχολεί στην σκέψη και μόνο ότι κάποιοι εκεί έξω ζουν μ’ αυτήν την παγωνιά.
Πριν λίγες ημέρες, ένας κύριος, επιχειρηματίας της πόλης, ήρθε και μοίρασε κουβέρτες! Ήταν το πιο κατάλληλο δώρο, καθώς ήταν δύσκολο να κρατήσουν τη θερμοκρασία του κτηρίου σε ικανοποιητικά επίπεδα. Επικράτησε μία ευχάριστη ατμόσφαιρα στο συσσίτιο και όλοι έμειναν ικανοποιημένοι. Μερικές φορές, μοιράζονται και φάρμακα. Ένας νέος εθελοντής, ο Σταύρος, φοιτητής ιατρικής, έχει αναλάβει να συλλέγει φάρμακα που έχουν στην κατοχή τους άνθρωποι που πλέον δεν χρειάζονται. Έτσι, μοιράζονται αντίστοιχα σε όσους τα έχουν ανάγκη αλλά δύσκολα μπορούν να τα πληρώσουν. Κάθε μέρα έβλεπε εκεί μέσα την θέληση για ζωή. Αυτοί οι άνθρωποι την γέμιζαν με τέτοιο κουράγιο και τέτοια ψυχική δύναμη που ένιωθε σαν να ζει ένα μικρό θαύμα. Αύριο ξημέρωναν Χριστούγεννα και θα τα περνούσε το μεσημέρι εκεί, μαζί τους. Θα φρόντιζαν από νωρίς το χριστουγεννιάτικο γεύμα, ήθελαν να φέρει γιορτινό άρωμα και ζεστασιά σε όλους.
Το χριστουγεννιάτικο βράδυ της θα το περνούσε με τον κυρ- Αναστάση. Ήταν ο ηλικιωμένος που φρόντιζε μέσω μιας αλληλέγγυας ομάδας στην περιοχή. Ζούσε μόνος του τα τελευταία 5 χρόνια, καθώς η γυναίκα του είχε πεθάνει, ενώ τα παιδιά του ζούσαν στο εξωτερικό. Θα τον επισκέπτονταν για την Πρωτοχρονιά, οπότε αποφάσισε εκείνη να του κρατήσει συντροφιά για τα Χριστούγεννα. Θα τρώγανε μαζί το δείπνο που θα ετοίμαζε η ίδια, αν και όχι ιδιαίτερα εορταστικό αφού έπρεπε να τηρηθούν οι κανόνες διατροφής χαμηλής σε λιπαρά, σάκχαρα και αλάτι. Αυτό όμως δεν θ’ αποτελούσε πρόβλημα για τον κυρ- Αναστάση, της είχε ήδη εκφράσει την ευχαρίστησή του που θα περνούσαν μαζί αυτήν την οικογενειακή γιορτή. Σε ένα ξέσπασμα της συγκίνησής του, άρχισε να της διηγείται σαν σε παραλήρημα, παλιές δικές του αναμνήσεις από γιορτές, τότε που μαζευόταν όλη η οικογένεια σε ένα τραπέζι και γέμιζε το σπίτι παιδικές φωνές, γέλια και τραγούδια. Μπορεί το τραπέζι να μην ήταν τόσο πλούσια στρωμένο, αρκούσε όμως για να τους τυλίξει όλους τους με θαλπωρή και χαρά. Κι ύστερα ξεσπούσε σε κλάματα για τα παιδιά του που ζούσαν μακριά και την γυναίκα του που αποχωρίστηκε.
Πήγαινε στο σπίτι του 3-4 φορές την εβδομάδα επειδή χρειαζόταν βοήθεια με τα φάρμακά του. Άλλοτε τακτοποιούσε τα χάπια του στα ειδικά κουτάκια για να μην τα μπερδεύει κάθε μέρα και άλλοτε πήγαινε εκ μέρους του στο φαρμακείο για να τα προμηθευτεί. Πολλές φορές τον βοηθούσε και με το συμμάζεμα του σπιτιού, αν και ο ίδιος δεν παραδεχόταν ότι χρειαζόταν βοήθεια, από υπερηφάνεια. Παρά τα 86 χρόνια του, παρέμενε λεβέντης στην κορμοστασιά προσπαθώντας να κρατήσει κάτι από τα χρόνια της νιότης του. Τον είχε δει σε μερικές κορνιζαρισμένες φωτογραφίες που βρίσκονταν διάσπαρτες στις γωνίες του μικρού σπιτιού του, τοποθετημένες ακόμη από τα χέρια της γυναίκας του. Βλέποντάς τες, πολλές φορές σκεφτόταν η ίδια, πόσο αξιοπρεπής και αγέρωχος στάθηκε αυτός ο άνθρωπος εκείνα τα χρόνια: Άφησε την φτώχεια πίσω του και πήρε γυναίκα και παιδιά μακριά, έγινε μετανάστης για να τους προσφέρει ό, τι καλύτερο μπορούσε… Χωρίς να έχει κάποια σπουδαία μόρφωση, χωρίς να γνωρίζει μια ξένη γλώσσα τους πήρε στην Αμερική, ένα μέρος που ούτε σε μία καρτ-ποστάλ δεν είχε δει. Άνθρωποι σαν αυτόν, ηλικιωμένοι τώρα πια, που γύρισαν από την ξενιτιά, της προκαλούσαν θαυμασμό με τον αγώνα τους για επιβίωση, για μία καλύτερη ζωή.
Κι αυτός όμως, την αγαπούσε σαν παιδί του. Μπορεί να την κούραζε με τις παραξενιές του μερικές φορές, αλλά την είχε στην καρδιά του, τη συμβούλευε και δεν ήθελε να της γίνεται βάρος, όπως της έλεγε. Η Βαγγελιώ για να του αποδείξει ότι ερχόταν με την ψυχή της, πολλές φορές του χτυπούσε την πόρτα ακόμη και όταν δεν υπήρχε σοβαρός λόγος, ή απλώς όταν δεν την περίμενε, μόνο και μόνο για να του φέρει την εφημερίδα του. Τον χαροποιούσε να την διαβάζει με τον πρωινό του καφέ, αν και συνήθως κατέληγαν να του την διαβάζει η ίδια για να μην ταλαιπωρούνται τα μάτια του από τα μικρά γράμματα. Όλα, τα έκανε με χαρά, ενώ από ένα σημείο κι έπειτα, δεν πίστευε ότι την έδενε μαζί του απλώς η αλληλεγγύη, αλλά ένα είδος συγγένειας. Επομένως, ήταν και η ίδια ικανοποιημένη που θα περνούσε μαζί του το βράδυ των Χριστουγέννων.
Ακόμη κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Άρχιζε να νυχτώνει σιγά-σιγά και όσο περνούσε η ώρα, με δυσκολία μπορούσε να διακρίνει την γιαγιά δίπλα στους κάδους. Κοίταξε το ρολόι του τοίχου. Έπρεπε να ετοιμαστεί. Απόψε ήταν παραμονή Χριστουγέννων και σε λίγη ώρα θα ξεκινούσε η γιορτή στο ίδρυμα προστασίας παιδιών. Δεν ήθελε να καθυστερήσει και να μην προλάβει τα ποιήματά τους! Το ένστικτό της και η καρδιά της ήταν πάντα στο πλευρό των παιδιών. Πως θα μπορούσε να τα ξεχάσει άλλωστε; Τους αφιέρωσε όλη της την ζωή, περνούσε την κάθε ώρα της μαζί τους και δεν μπορούσε να φανταστεί την καθημερινότητά της πλέον χωρίς τα παιδιά. Οπότε, τα επισκεπτόταν κάποιες μέρες του μήνα στο ίδρυμα. Αυτά, την γέμιζαν με χαρά και την δέχονταν κάθε φορά με γέλια και αυθορμητισμό. Της έδειχναν τις ζωγραφιές τους, τις κατασκευές που έφτιαχναν, επιδείκνυαν τις νέες χορευτικές φιγούρες που μάθαιναν και ενίοτε τραγουδούσαν όλοι μαζί.
Η σημερινή μέρα θα ήταν ιδιαίτερη γιατί κατά κάποιον τρόπο θα συμμετείχε και η ίδια στην γιορτή που ετοίμαζαν. Τις προηγούμενες βδομάδες τους είχε βοηθήσει με τα χαρτόνια και τις χειροτεχνίες για το στήσιμο του σκηνικού. Η γιορτή θα ξεκινούσε με ένα θεατρικό βασισμένο στο θαύμα των Χριστουγέννων. Ήταν ανυπόμονη, είχε να παρευρεθεί σε γιορτή παιδιών από τότε που δούλευε ακόμη στο σχολείο και της είχε λείψει η αίσθηση υπερηφάνειας που την πλημύριζαν αυτές οι εκδηλώσεις!
Είχε αποφασίσει να κάνει μία δωρεά σήμερα. Είχε ανακοινωθεί ότι θα εξασφαλίζονταν καινούρια καταλύματα εάν μαζευόταν το χρηματικό ποσό και ήδη φρόντισε να φυλάξει στο πορτοφόλι της το δικό της μερίδιο. Φυσικά, στα παιδιά θα μοίραζε και συμβολικά δώρα. Είχε αγοράσει μπλοκ ζωγραφικής, χρώματα, πινέλα, μολύβια και κραγιόνια, δαχτυλομπογιές αλλά και μαρκαδόρους για ν’ απλώσουν στο χαρτί τη δημιουργικότητά τους.
Σε λίγη ώρα ήταν έτοιμη, τακτοποίησε τις τελευταίες λεπτομέρειες, δεν ήθελε να ξεχάσει κάτι από βιασύνη. Φόρεσε το καπέλο της, το πολύχρωμο κασκόλ της για ν’ αποκτήσει μία πιο γιορτινή όψη, έβαλε τις μπότες και το παλτό της και ξεκίνησε. Θα πήγαινε με το λεωφορείο. Βγήκε νωρίτερα, ίσως να χρειαζόταν να περιμένει λίγο στη στάση.
Κατέβηκε τα σκαλιά της πολυκατοικίας και βγαίνοντας έψαξε με το βλέμμα της την γιαγιά. ‘Καλή παραμονή Χριστουγέννων!’ της φώναξε και την είδε να σηκώνει το χέρι της ψηλά για χαιρετισμό. Σίγουρα θα της έφερνε λίγο από το γιορτινό γεύμα της επόμενης ημέρας. Προχώρησε αφήνοντάς την πίσω της, μέσα στο κρύο, να προσπαθεί να βολευτεί σε μία γωνιά πιο ζεστή.
Με τα χέρια της γεμάτα σακούλες από δώρα, άρχισε να κατηφορίζει το στενό. Άκουσε ένα θόρυβο, μία μηχανή να κατεβαίνει, έκανε να γυρίσει και αμέσως ένιωσε ένα δυνατό τράβηγμα. Είδε φευγαλέα μία φιγούρα σαν σκιά, έπεσε κάτω, την έσπρωξαν; Ένιωσε να σέρνεται και κάποιος της τραβούσε την τσάντα, της πήρε την τσάντα. Είδε τις σακούλες με τα δώρα σκορπισμένες, οι μπογιές, τα χρώματα, χυμένα στο οδόστρωμα, το καπέλο της πεταμένο μακριά. Άργησε να συνειδητοποιήσει αυτό που μόλις είχε συμβεί: την είχαν ληστέψει! Της είχαν κλέψει την τσάντα της και μέσα βρίσκονταν τα χρήματα που θα χάριζε! Πονούσε. Την είχαν χτυπήσει! Κοίταξε τα γόνατά της, ήταν γρατζουνισμένα και το παντελόνι της σκισμένο. Το κεφάλι της πονούσε. Ήταν σκοτάδι και δεν έβλεπε καλά, μόνο άκουγε σαν ήχο μακρινό την γιαγιά ξοπίσω της να καλεί σε βοήθεια, να κλαίει και να σέρνεται για να έρθει προς το μέρος της. Ζαλιζόταν, ένιωσε να λιποθυμά. ‘Πρέπει να σηκωθώ’, σκεφτόταν. Έπιασε τον κρόταφό της και αμέσως είδε το χέρι της ματωμένο. Για λίγο, ένιωσε να βυθίζεται. ‘Πεθαίνω’, σκέφτηκε, ’και θα χάσω την γιορτή των παιδιών! Τα δώρα τους είναι πεταμένα κάτω! Πως θα ζωγραφίσουν;’ Ολοένα και βυθιζόταν, το σώμα της την εγκατέλειπε. Στο μυαλό της ξεχύνονταν εικόνες: O κυρ-Αναστάσης της άνοιγε την πόρτα.. ‘Μα αύριο θα με περιμένει, θα στεναχωρηθεί αν μείνει μόνος του Χριστούγεννα’. Στο συσσίτιο έστρωναν την τραπεζαρία. ‘Πρέπει να τους βοηθήσω, να είναι έτοιμα στην ώρα τους!’
Ένιωθε πια τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν. Η φωνή και τα κλάματα της γιαγιάς ακούγονταν όλο και λιγότερο στ’ αυτιά της… Έτσι, έμεινε μαζί της εκείνο το βράδυ της παραμονής Χριστουγέννων. Έφυγε με την αίσθηση που είχε κατεβαίνοντας τα σκαλιά της, αυτή τη μία ζωή είχε να ζήσει. Να τη ζήσει προσφέροντας στους ανθρώπους και έτσι λάμβανε χαρά, ικανοποίηση και αγάπη. Έφυγε με μία μικρή πίκρα, γι’ αυτούς που τη χρειάζονταν και ενώ την περίμεναν δεν θα πήγαινε. Ήλπιζε ότι θα τη συγχωρούσαν.

 

Το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2014 για να λάβει μέρος σε διαγωνισμό διηγήματος με θέμα την αλληλεγγύη. Αυτή είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύεται.

Λεπτομέρεια από την λιθογραφία με τίτλο “Creation” του Marc Chagall (1960).

 

the creation- Marc Chagall

Γράψε ένα σχόλιο