Εμ-μονές…


 

Εμ-μονές…22d2e91264e1b52160328ed1590e237b

300 ευρώ. Κερδισμένα στο κίνο. Έτσι. Για πλάκα. Μια μέρα που ψαρωμένος μπήκε στο πρακτορείο και ρώτησε χωρίς συμπλέγματα, έτσι ευθέως: “πώς παίζεται το κίνο;”. Πέντε δελτία, ανα πέντε λεπτά η κλήρωση. Θα μπορούσε να παίξει δεκατρία. Μια αδηφάγα προσμονή κέρδους μετά το πρώτο δελτίο. Κουμάρι το λένε. Ενεργοποιήθηκε αυτόματα. Δε χρειάστηκε παρά δύο πεντάλεπτα για να λειτουργήσει ο μηχανισμός. Η τύχη του πρωτάρη τον προστάτευσε από τα υπόλοιπα πέντε, που σίγουρα θα ακολουθούσαν αν δεν…

300 ευρώ. Δε τα λες και λίγα. Το μυαλό άρχισε να στροφάρει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, σχεδόν εμετικά από τη φόρα που είχε πάρει. Σα το γύρο του θανάτου. Οι σκέψεις σε τεθλασμένη πορεία, ανάγκες ανιούσες, ανάγκες κατιούσες.

Άι στην ευχή. Δεν ήταν δουλεμένα λεφτά. Ευκολάκι. Δε τα χε και απο  χθες. Ούτε θα άλλαζε η ζωή του με τριακόσια ψωρο…

Στο σπίτι άναψε μηχανικά την ξυλόσομπα και χούφτιασε τα χέρια στο πρόσωπο.ΤΟυ άρεσε να σκέφτεται εκκεντρικά. Να σκέφτεται. Ευκολάκι. Δεν ενοχλούσε κανέναν. Αυτός και η σκέψη του. Μαλώνανε οι δυο τους, συχνά πυκνά. Αλλά κεκλεισμένων των θυρών. Χωρίς κόστος για τρίτους. Να σκέφτεται. Εκκεντρικά. Να πράττει. Ισορροπημένα, αθόρυβα. Ούτε ακροβατισμοί ούτε προκλήσεις.

Για ακόμη μια φορά θέλησε να υπηρετήσει την άναρχη, ανυπότακτη σκέψη του.  Αυτή που ισορροπούσε τον ίδιο. Γιατί έτσι την κερνούσε. Απόλυτη ελευθερία. Μυστική και με όρκο. Δική του. Και εκεί τελεία.  Αχόρταγη εκείνη, καταβρόχθιζε άπληστα τις παραξενιές του. Και  κερνούσε το επιδόρπιο. Πάντα μια φράση, που του πετούσε σα μπαλάκι χαμογελώντας, ίδια με γυναίκα που χόρτασε  μόλις χάδι: “Αν θέλεις να λογίζεσαι ανθρωπος…”

Ο χώρος είχε αρχίσει να ζεσταίνεται αισθητά. Το τριζοβολητό των ξύλων ο μοναδικός ήχος στο απομεσήμερο. Έσκυψε κάτω από το κρεβάτι. Έσυρε το μπαούλο όπου εμμονικά έκρυβε από τα μικράτα του τα τερτίπια των στιγμών και άνοιξε το κουτί με τα  λευκά άγραφα “καρτ βιζίτ”. Πήρε το στυλό, τα αράδιασε  στο τραπέζι της κουζίνας και άρχισε το παιχνίδι. “Ελεηεμοσύνη”, “Αλληλεγγύη”, “Έκπληξη”. Έσκισε με δυνατό ήχο το πρώτο, το εξοβέλισε στον κουβά ως ενοχλητικό παράσιτο. Στάθηκε σκεφτικός στο δεύτερο. Βαρύγδουπο να λέγεται, βαρύγδουπο να γράφεται. Υπήρχε στη ζωή του. Διακριτικά. Αθόρυβα. Συνειδητά. Με κάθε ευκαιρία. Χωρίς κίνο ή δουλεμένους παράδες. Κάθε φορά που μια σπίθα ευκαιρίας πεταγόταν. Και εκεί έβαζε την άλλη του τελεία. Και προχωρούσε.Έσκισε με λιγότερο θόρυβο αυτή τη φορά την κάρτα και παραμέρισε τα αποκόμματα στο διπλανό τασάκι. Έμενε ένα καρτελάκι. ΌΡισε με τα ακροδάχτυλα τις ακμές και τις διαστάσεις του.Και χαμογέλασε σαρδόνια, λες και είχε μόλις ανακαλύψει τον κόσμο.

e04e07f70a6c2f52da52a73409b2598aΈνα πακέτο χαρτομάντηλα. Μια ομπρέλα.Κόκκινη. Ένας αναπτήρας. Ενα κουτί λουκούμια τριαντάφυλλου. Μια χαρτοσακούλα καραμέλες. Ένα ημερολόγιο. Ένας φορτιστής.Μια μικρή polaroid.  Καραμέλες ευκάλυπτου. Μια πάνινη τσάντα.Τα τριακόσια ευρώ έφταναν και περίσσευαν. Δεν ήταν δουλεμένα. Αν ήταν; Έδιωξε παροδικά τη σκέψη και συνέχισε. Οι κινήσεις πιο τολμηρές, σχεδόν τώρα αγέρωχες. Έπιασε προσεκτικά το καλειδοσκόπιο και την μικρή βιντεοκάμερα . Και μετά το μπαλόνι. Δεκατρία αντικείμενα. Τα στοίβιαξε με ευλάβεια στον πολυκαιρισμένο χαρτοφύλακα που ήταν η μόνιμη συντροφιά στις εξόδους του  και περίμενε. Μια μέρα βροχερή. Μια μέρα ηλιόλουστη. Μια μέρα κρύα, ίσως και με χιόνι. Δε βιαζόταν καθόλου. Τα λεφτά δεν ήταν δουλεμένα. Τermina δεν υπήρχαν. Ούτε post ούτε ante.

Ένα φτάρνισμα και ένα αμήχανο βλέμμα σε απόγνωση σε μια πολύβουη σειρά. Ένα σάστισμα σε μια ξαφνική νεροποντή, το γρήγορο, άκαρπο ψάξιμο στην τσάντα και η αγωνία της απειρίας σε μουσκεμένες ελεύθερες διαδρομές. Η αγωνιώδης αναζήτηση αναπτήρα έξω από ένα εξεταστικό κέντρο. Η ταμίας τράπεζας με πείσμα χαμόγελου λίγο πριν τον πεντηκοστό πελάτη.Ένας λιλιπούτειος γενναίος στην καρέκλα του μικροβιολόγου. Ένα βλέμμα λαθρεπιβάτης στην προβλήτα με τα πλοία που πήγαιναν και ερχόταν σκάλωσε σε δυο χέρια καράβια  που ξεφόρτωσαν  πάνω στο αφημένο στο κράσπεδο πανωφόρι ένα ημερολόγιο.  Ένα κλειστό κινητό  στο ΚΤΕΛ άρχισε να ανασαίνει.Ένα αγόρι που σκαρφάλωνε  τη ματιά στους ρόζους ενός δέντρου τώρα αφουγκραζόταν τα φύλλα μέσα από το μαγικό του καλειδοσκόπιο. Ένα νεαρό, ζευγάρι εφήβων στο παγοδρόμιο απαθανάτισαν τη χορογραφία του χειμώνα  και εκείνη έγινε στιγμιότυπο και χαρίστηκε στα χρόνια τους που θα’ ρχονταν. Μια φιγούρα οχυρωμένη στο ζεστό της κασκόλ γλύκανε την ανάσα της με γεύση ευκαλύπτου. Μια τρελή πορεία πορτοκαλιών που δραπετεύσαν από την πλαστική τους, σκισμένη σακούλα, βρήκαν θαλπωρή στην πάνινη τσάντα. Και ύστερα… Ύστερα η στάση ήταν από εκείνες που παρακαλάς να αργήσει το τρένο λίγο ακόμη, γιατί το τοπίο σε αιχμαλωτίζει, και μπερδεύεις σταθμούς και προορισμούς.

Μια αθίγγανη καθισμένη ένα  χαϊδεμένο από τον ήλιο μεσημέρι, στα λιγοστά σκαλάκια της πλατείας. Πλάι το φτηνό ραδιοφωνάκι στη διαπασών σε δονήσεις ενός ρυθμού ανατολίτικου. Εκείνη χτυπούσε παλαμάκια και η μικρή της χόρευε, κι όσο εκείνη χόρευε τόσο δυνάμωνε η ένταση στις παλάμες της μάνας, κι όταν το αγόρι την πήρε αγκαλιά και τη στριφογύριζε στο γύρο της αγάπης, η μάνας φούσκωσε  ίδια παγόνι, και ο κρότος τώρα από τις παλάμες έμοιαζε με το  άνοιγμα του  διακόπτη του σύμπαντος. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Ένα δικό τους σύμπαν. Η μάνα, τα δυο παιδιά και οι στιγμές. Σε λίγο η μάνα, τα δυο παιδιά  και τα χέρια της που σφάλιζαν  στο on- record  της αποταμίευσης στιγμών. Τα πόδια του λες καρφωμένα με τον πιο ισχυρό μαγνήτη στο κέντρο της πλατείας, στο κέντρο μιας άλλης γης, με δυσκολία συνέχισαν την  απρογραμμάτιστη κούρσα αναζήτησης αποδεκτών. Όχι πολύ πιο μακριά μια άλλη μάνα, αγχωτική, ασθμαίνουσα, τσουλούσε νευρικά  πέρα δώθε το καρότσι  με το μωράκι της  που  έκλαιγε γοερά έξω από μια βιτρίνα εν είδει “νανουρίσματος”.  Το μωρό έκλαιγε. Η μάνα τράνταζε. Είχε έρθει η στιγμή για το τελευταίο του αντικείμενο. Από τον αέρα του στέρνου του το μπαλόνι φούσκωσε περήφανα και το κλάμα του μωρού έκανε τσουλήθρα στην κοιλάδα του και χάθηκε στο πεζοδρόμιο ανάμεσα στους περαστικούς.

Δεκατρία αντικείμενα. Δεκατρία χαμόγελα αιφνιδιασμού. Εκείνα τα πηγαία χαμόγελα της άδολης έκπληξης. ΠΟυ δε λογαριάζεις το γιατί της ούτε το μετά της. Της φευγαλέας παρουσίας μιας στιγμής μοναδικής, ολόκληρης στιγμής, όχι δανεικής, στιγμής χαρισμένης χωρίς να έχεις κοπιάσει ή ιδρώσει. Στιγμής που σου θυμίζει ότι είσαι άνθρωπος..

 

Δεκατρία αντικείμενα. Κοστολογημένα ακριβώς 300 ευρώ. Τα λεφτά ΔΕΝ  ήταν δουλεμένα. Ή μήπως ήταν;

edbf7bb0c13dbc040a1b2f4d5287caae

 

Ευδοκία Φανερωμένου

Comments 0

Εμ-μονές…

log in

Captcha!
Don't have an account?
sign up

reset password

Back to
log in

sign up

Captcha!
Back to
log in
Choose A Format
Trivia quiz
Series of questions with right and wrong answers that intends to check knowledge
Poll
Voting to make decisions or determine opinions
Story
Formatted Text with Embeds and Visuals
List
The Classic Internet Listicles
Open List
Open List
Meme
Upload your own images to make custom memes
Video
Youtube, Vimeo or Vine Embeds
Audio
Soundcloud or Mixcloud Embeds
Image
Photo or GIF