1314108546-villa_d_este_12_750x500

Η βρύση έσταζε. Ο ήχος από τις σταγόνες άρχισε να φέρνει δυσφορία στους ανθρώπους που ετοιμαζόταν να ξαπλώσουν. Θαρρείς κι αυτές οι αναθεματισμένες σταγόνες βάλθηκαν να τους μετρούν τα δευτερόλεπτα. Ή μάλλον, τους χτύπους της καρδιάς τους καλύτερα. Ήξεραν πως το επόμενο πρωί που θα ξυπνούσαν κάποιος δεν θα βρισκόταν στην συντροφιά τους. Αλλά, ποιος θα ήταν αυτός;

*

Στο δωμάτιο δεξιά του διαδρόμου κοιμόταν ο Έιθαν. Διάλεξε αυτό το δωμάτιο γιατί ήταν δίπλα στο μπάνιο και του εξασφάλιζε ότι κανείς δεν θα μείνει δίπλα του. Απόφαση που σε πολλούς αρχικά δεν έφερε ίχνος υποψίας, αφού το θεώρησαν παραξενιά των χρόνων. Τώρα, όμως, όλοι γέμισαν ερωτηματικά. Τι τον ενοχλούσε τον γεροξεκούτη να μείνει κοντά σε ανθρώπους. Μήπως αυτός τους οδήγησε σε αυτή την παγίδα θανάτου;

*

Στην άλλη πλευρά του διαδρόμου υπήρχαν τρία δωμάτια. Η Μάργκοτ εγκαταστάθηκε στο πρώτο. Ήταν πιο κοντά στην σκάλα και την διευκόλυνε να κάνει τις νυχτερινές της βόλτες στην κουζίνα χωρίς να την καταλαβαίνουν. Τουλάχιστον, έτσι νόμιζε. Ήταν λιχούδα και δεν μπορούσε να το κρύψει. Άλλωστε, φαινόταν κιόλας. Ήταν η πρώτη που βρήκαν, με το στόμα γεμάτο, στο πάτωμα πεσμένα σοκολατάκια και τα μάτια κολλημένα στον απέναντι τοίχο.

*

Δίπλα ακριβώς από αυτό της Μάργκοτ, βρήκε το ιδανικό δωμάτιο η κυρία Μακάρθουρ. Της άρεσε γιατί είχε ιδιαίτερα χρώματα, όπως η ίδια τόνισε από την πρώτη στιγμή. Ειδικά οι κουρτίνες που κάλυπταν την μεγάλη μπαλκονόπορτα. Ήταν το μόνο δωμάτιο που είχε μπαλκόνι. Για να καπνίζει κρυφά εκεί έξω το ήθελε. Αυτό σκέφτηκαν όλοι, για την πουριτανή κυρία.

*

Στο τελευταίο δωμάτιο του ορόφου, έμεναν δύο φίλοι. Παρά το γεγονός ότι υπήρχαν ξεχωριστά κρεβάτια, από την ομήγυρη είχε βγει το συμπέρασμα. Αυτοί οι δύο παίρνονταν και τους κορόιδευαν μέσα στα μούτρα τους. Τι δουλειά είχαν αυτοί οι δύο τοιούτοι μαζί τους. Να δεις που αυτοί εξόργισαν τον δολοφόνο.

*

Κάπου μέσα στο σπίτι υπήρχε κι ένας δολοφόνος. Άγνωστο σε ποιο ακριβώς δωμάτιο του σπιτιού; Άγνωστο ποιος μπορεί να ήταν. Όλοι είχαν τι παραξενιές τους. Όλοι ήταν ύποπτοι, αφού δεν μιλούσαν, παρά μόνο για τα προφανή. Μια σκιά όμως πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Όλοι, μα όλοι, κάτι έκρυβαν. Άλλος κάτι μεγάλο, κι άλλος κάτι μικρό. Αυτό το κάτι ήταν που τους έκανε ένοχους. Αυτό το κάτι ήξερε κι ο δολοφόνος.

*

Άνοιξη του ’63. Σε ένα σπίτι κοντά στην λίμνη Κόμο της Ιταλίας. Ένα γκρουπ πέντε ανθρώπων καταφτάνει από την Αγγλία, να περάσουν λίγες μέρες ξεγνοιασιάς στην ηρεμία της υπαίθρου. Κέρδισαν αυτό το ταξίδι από μια αγγελία στην εφημερίδα. Στο κυριακάτικο φύλλο.

Δεν γνωριζόταν μεταξύ τους. Ήταν τόσο διαφορετικοί ο ένας με τον άλλον.  Ένας συνταξιούχος οδηγός τραίνων, μια γεροντοκόρη δασκάλα, μια πάλαι ποτέ ευνοούμενη της βασιλικής αυλής και δυο νέοι φοιτητές να αποτελούν την παραφωνία στο τόσο καλοστημένο ρέκβιεμ.

Αυτούς τους πέντε τους συνέδεε μια κοινή ιστορία. Οι πρόγονοι τους είχαν δειπνήσει μαζί στους γάμους της Ελισάβετ. Την περίοδο λίγο μετά τον πολέμου, σε εκείνο το δείπνο με τις πέρδικες. Αλλά, ήταν απλά ένα δείπνο. Ή μήπως δεν ήταν.

Στην πραγματικότητα εκείνο το δείπνο σημαδεύτηκε από ένα απρόσμενο γεγονός. Μια κανάτα με κρασί έπεσε από τα χέρια της υπηρέτριας, λερώνοντας την πανάκριβη μοκέτα και διαλύοντας τον καλοστημένο μηχανισμό που ακολουθούσε όλες τις επιταγές του πρωτοκόλλου. Δεν ήταν, όμως, το πεσμένο κρασί το έγκλημα!

Λίγες ώρες μετά, αφού η δεξίωση είχε τελειώσει βρέθηκε το πτώμα της νεαρής υπηρέτρια να κρέμεται στο κελάρι. Πλάι της βρισκόταν η ίδια ποικιλία κρασιού με αυτή που έριξε. Και δυστυχώς το πτώμα το βρήκαν οι άνθρωποι αυτοί, που έτυχε να μείνουν στο παλάτι για να περάσουν την νύχτα τους εκεί.

*

Το σοκ ήταν μεγάλο. Η άτυχη κοπέλα, ή μάλλον, το πτώμα αυτής έπρεπε να εξαφανιστεί για δύο λόγους. Αφενός, ήταν η μέρα των βασιλικών γάμων που εξασφάλιζαν την συνέχεια μιας κραταιής δυναστείας, ιδιαίτερα την ταραγμένη αυτή περίοδο. Αφετέρου, δεν υπήρχε περιθώριο να θεωρηθεί δολοφονία, κι όλοι ήξεραν πως η κοπέλα δεν κρεμάστηκε μόνη της.

Και κάπως έτσι, με γρήγορες και μεθοδευμένες κινήσεις καθάρισαν τον τόπο του εγκλήματος, χωρίς καν να ενημερωθεί η μέλλουσα εστεμμένη. Φρόντισαν να λείπουν και κάποια κοσμήματα της βασιλικής συλλογής κι ο χαμός της κοπέλας πέρασε ως κλοπή κι εξαφάνιση για να μην δικαστεί για το έγκλημα της.

*

Δεκαέξι  χρόνια μετά κάποιος εκδικούνταν για τον θάνατο αυτό. Δεν ήταν σίγουρος για την αθωότητα εκείνων των ανθρώπων, αλλά ήταν βέβαιος ότι το παράπτωμά τους ήταν τεράστιο. Άφησαν το σώμα μιας κοπέλας πεταμένο, χωρίς να δώσουν την δυνατότητα κηδείας στους οικείους της. Της φόρτωσαν μια κλοπή, την στιγμή που οι ίδιοι μοιράστηκαν τα κλοπιμαία. Αλλά αυτοί πλέον είχαν πεθάνει. Τα τέλεια θύματα ήταν τα παιδιά τους.

Κι έτσι, βάλθηκε με το αίμα των τέκνων να ξεπλύνει τις αμαρτίες των γονέων. Έστησε ένα ταξίδι, γέμισε μια πολυτελή έπαυλη και ξεκίνησε ένα λουτρό αίματος. Νέμεσις; Ή απλά ένας σχιζοφρενής που θέλησε σκαλίζοντας τις στάχτες του παρελθόντος να δημιουργήσει ένα μαυσωλείο δίπλα στις παπικές κατοικίες;

*

Πρώτη βρέθηκε η Μάργκοτ, το ξημέρωμα της δεύτερης μέρας της διαμονής τους. Μια τροφαντή κυρία, πρώην δασκάλα που τις άρεσε υπερβολικά η σοκολάτα. Τα βράδια ξυπνούσε, πήγαινε στην κουζίνα και έβρισκε καταφύγιο στις πραλίνες που πάντα έκρυβε στα ντουλάπια της. Έτσι κι αυτό το βράδυ, ξύπνησε και πήγε αθόρυβα στην κουζίνα, όπου βρισκόταν κι ένα καλαθάκι με εξαιρετικές ιταλικές πραλίνες.

Η Μάργκοτ τις καταβρόχθιζε με μανία μικρού παιδιού, προσπαθώντας να καλύψει την βουλιμία της. Κάπως έτσι, δεν κατάλαβε το υδροκυάνιο που έκρυβαν μέσα τους. Το πρωί, την βρήκαν παγωμένη με τις πραλίνες πεσμένες στο πάτωμα δίπλα της. Δηλητηρίαση είπε ο γιατρός.

*

Οι υποψίες έπεσαν στον Έιθαν. Μπορεί να ήταν ελάχιστες ώρες μαζί στο σπίτι, μα από την άφιξή του δεν περιόρισε ούτε στο ελάχιστο τις πικρόχολες ατάκες για την Μάργκοτ και το πλαδαρό της σώμα.

Δεν κράτησαν για πολύ οι υποψίες. Το Δεύτερο βράδυ, καθώς ο Έιθαν διάβαζε το βιβλίο του η πόρτα του δωματίου του άνοιξε. Τα μάτια του ήταν κουρασμένα και το λιγοστό φως δεν επέτρεπε την άμεση αναγνώριση του ατόμου που στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας. Κι ένα μπαμ ακούστηκε. Και το αίμα του γέμισε τις σελίδες της Βίβλου που κρατούσε.

*

Η κυρία Μακ Άρθουρ, μετά από μια ημέρα παροξυσμού βρέθηκε το απόγευμα της επόμενη μέρας να απολαμβάνει τα τσιγάρο της στο ιδιωτικό της μπαλκόνι. Δεν έκανε ψύχρα, ενώ το ελαφρύ αεράκι σκόρπιζε όμορφα στην ατμόσφαιρα τον ατμό. Ήξερε, ότι έρχεται κι η δική της σειρά να συμμετέχει σε αυτό το γαϊτανάκι του Θανάτου.

Μπαίνοντας στο δωμάτιο βρήκε μια θηλιά. Στο άκρο της κρεμόταν ένα πανέμορφο δαχτυλίδι. Το είχε δει σε φωτογραφίες από την προσωπική συλλογή της μητέρας της, λίγο μετά που εισήλθε στην βασιλική αυλή. Αλλά υποτίθεται πως αυτό το είχε κλέψει εκείνη η υπηρέτρια που το έσκασε.

Ανέβηκε στο σκαμπό να το πιάσει. Και τότε, κάποιος όρμησε και της φόρεσε την θηλιά στον λαιμό. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει, και με μια σπασμωδική κίνηση έσπρωξε με τα πόδια της το σκαμπό. Τέσσερα ολόκληρα λεπτά έκανε η ψυχή της να εγκαταλείψει το σώμα της, ενώ αυτό πάλλονταν στον αέρα.

*

Σειρά είχαν οι δύο φοιτητές. Αλλά αυτοί δεν πέθαναν τελικά. Μάζεψαν τα πτώματα και χωρίς να χάσουν χρόνο πήγαν στην λίμνη. Τα τύλιξαν με υφάσματα και τα γέμισαν με πέτρες. Όχι ότι δεν ήταν αρκετά τα υπέργηρα σώματα για να αγγίξουν αμέσως τον πάτο της. Με την βάρκα πήγαν σχεδόν στο κέντρο της και σιγά-σιγά τα έριχναν μέσα. Καθέναν με ένα κρίμα για το κατευόδιο. Για την θηλιά. Για την κλοπή. Για το ψέμα.

Τράβηξαν ξανά κουπί, χωρίς καμία ενοχή να τους βαραίνει. Βγήκαν στην ακτή κι έκαψαν την βάρκα. Γύρισαν στο σπίτι χωρίς κανείς να τους δει. Την επόμενη μέρα θα έφευγαν για Ισπανία και κανείς δεν θα μάθαινε τα νέα των ταξιδιωτών που κέρδισαν την εκδρομή στην Λίμνη Κόμο της Ιταλίας από μια Κυριακάτικη φυλάδα.

*

Το σχέδιο για την εκδίκηση είχε στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Οι δυο τους πριν δεκάξι ολόκληρα χρόνια έχασαν μια αδερφή. Ήρθε η ώρα να της πουν αντίο. Να της δώσουν τα κορμιά που κανένας δικαστής δεν δίκασε και κανείς ιερέας δεν θα προσευχηθεί γι αυτά. Σε λίγα χρόνια δεν θα τους θυμόταν κανείς. Τελικά, η θεία δίκη δεν φέρει καμία απόλαυση μπρος σε αυτή που έρχεται από τον άνθρωπο.

Η βρύση σταμάτησε να στάζει.

 

Γράψε ένα σχόλιο