του Γιάννη Νικολούδη *

 

fovos_300Σύμφωνα με τον William Faulkner, το διήγημα είναι μια μορφή έντεχνου λόγου περισσότερο απαιτητική από το μυθιστόρημα. Η δήλωση αυτή αποκτάει βάρος γιατί την μοιράστηκε ένας συγγραφέας σχεδόν θρυλικός για τις επικές μυθιστορηματικές συνθέσεις του. Οι λόγοι ίσως και να είναι προφανείς: στο διήγημα καλείσαι να μεταφέρεις ένα νόημα, μια ουσία, κάτι το σημαντικό μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια λίγων σελίδων. Υπό αυτό το πρίσμα, οι λέξεις του διηγηματογράφου είναι – ή οφείλουν να είναι – περισσότερο «βαριές», περισσότερο «μελετημένες».

Το στοίχημα του διηγηματογράφου είναι μεγάλο. Στο «Φόβος Κανένας» του Γιάννη Φαρσάρη, συλλογή διηγημάτων (ή μικροδιηγημάτων αν θέλετε), το στοίχημα αυτό, είτε κερδίζεται είτε όχι, έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Τα διηγήματα της συλλογής είναι μικρά, κόσμοι ολόκληροι χτισμένοι σε ελάχιστες σελίδες. Κάποια από τα διηγήματα, μάλιστα, πάλλονται σε μια μόλις παράγραφο, θυμίζοντας αινιγματικούς χρησμούς ή απόπειρες μιας ιδιότυπης ποίησης μεταμφιεσμένης σε μικρό πεζό (Ίσως να είναι ένας τρόπος του συγγραφέα να συνομιλήσει με τη σύγχρονη φόρμα του διαδικτύου, μια λογοτεχνία εν είδει tweet).

Κυρίαρχο μοτίβο των ιστοριών είναι ο φόβος της απομόνωσης, της αλλοτρίωσης, της μοναξιάς, της κοινωνικής απαξίωσης, των δύσκολων καιρών που διανύουμε. Φάρμακο για όλα αυτά είναι η συντροφικότητα, η καταφυγή στο θαύμα, στη φαντασία, στη παιδικότητα. Ο Φαρσάρης είναι ρομαντικός: παίρνοντας το ρίσκο να φανεί μέχρι και αφελής, πιστεύει στη λύτρωση των ηρώων του και, προκειμένου να το πετύχει αυτό,ενορχηστρώνει προσεκτικά τη διαφυγή τους από την πραγματικότητα, στέλνοντας τους σε μια χώρα όπου το αδύνατο είναι εφικτό. Με όπλα το χιούμορ, την ειρωνεία, τον σουρεαλισμό, οι ήρωες προσπαθούν να δραπετεύσουν από ένα μουντό παρόν, από μια πνιγηρή συνθήκη. Άνεργοι, μετανάστες, μοναχικοί άντρες, μελαγχολικοί γιοι, περιθωριακοί «Μπάμπηδες Φλου», καταπιεσμένοι εργαζόμενοι, απαυδισμένοι μικροαστοί – αυτό το τσούρμο των χαμένων απαιτεί το δικαίωμα στη ζωή. Ο Φαρσάρης τους συμπεριφέρεται με αγάπη ακόμη κι αν από τους υπαινιγμούς του (σ’ αυτούς τους υπαινιγμούς φαίνεται η μαστοριά του και η εξέλιξη του σαν συγγραφέα, σε σχέση με τις προηγούμενες λογοτεχνικές του απόπειρες) τους βυθίζει στο σκοτάδι, σε ένα ζόφο αναγνωρίσιμο από όλους και γι’ αυτό τρομακτικό. Αλλά από αυτό το σκοτάδι υπάρχει διαφυγή: ο τρόπος που βλέπεις την πραγματικότητα, η οπτική γωνία απ’ την οποία την προσλαμβάνεις, το φίλτρο μέσα από το οποίο τη διυλίζεις – λέει με τον τρόπο του ο συγγραφέας – είναι οι οδοί για να γλυτώσεις, αν υποθέσουμε ότι μπορείς να γλυτώσεις. Και ο Φαρσάρης μοιάζει να το πιστεύει.

Ένα άλλο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς, είναι η ίδια η γλώσσα των ιστοριών. Είναι μια γλώσσα ζωντανή, φτιαγμένη με κέφι, είναι η γλώσσα εκείνη που μιλιέται έξω στους δρόμους, με την αργκό της, τον κατακερματισμό της, τις υπερβολές της, τις παλινωδίες της, την μουσικότητα της, την αβίαστη αποσύνδεση της (σε κάποια διηγήματα) από κανόνες στίξης, με τον απρόσκοπτο ειρμό της, τις αντιφάσεις της. Όλα αυτά τα στοιχεία, ο συγγραφέας των διηγημάτων τα χρησιμοποιεί με μια καλοδουλεμένη απλότητα και το αποτέλεσμα είναι ένα όμορφο, φυσικό ύφος – και αυτό είναι μια συγγραφική κατάκτηση που οφείλουμε να του την αναγνωρίσουμε, είτε πιστεύουμε είτε δεν πιστεύουμε στο όραμα του.

Διαβάστε ελεύθερα το βιβλίο “Φόβος κανένας” εδώ: http://www.openbook.gr tweet

* Ο Γιάννης Νικολούδης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1987. Έχει συμμετάσχει με ιστορίες του σε ανθολογίες διηγήματος και σε λογοτεχνικά περιοδικά. Η πρώτη του νουβέλα θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις “Παράξενες μέρες”.

 

Γράψε ένα σχόλιο