Της Πόπης Κλειδαρά

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ 1.

Του μιλούσαν σε μια γλώσσα που δεν ήξερε, τον κοιτούσαν λες κι είχε έρθει από άλλο πλανήτη, τον έδειχναν και υποτιμητικά κουνούσαν τα κεφάλια τους. Ήταν πολλοί μαζεμένοι κι αυτός σε μιαν άκρη ολομόναχος και φοβόταν, φοβόταν πολύ.

Με λυπημένα τα μάτια του τους κοίταζε έναν-έναν. Τώρα τους μιλούσε εκείνος σε μια γλώσσα που μπορούσαν να καταλάβουν, αλλά αυτοί τον αγνοούσαν και συνέχιζαν τα δικά τους. Ως και τα μικρά παιδιά είχαν μπει στο πνεύμα των μεγάλων, διατηρώντας παρόμοια συμπεριφορά, αυτή του εκτοπισμού, του «δε με νοιάζει», του «άσε μας στην ησυχία μας».

 

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ 2.

Έκαναν κάθε δυνατή προσπάθεια για να τον κάνουν να νιώσει καλύτερα, για να του δείξουν ότι εδώ πρέπει να αισθάνεται ασφαλής. Καθημερινά ένα πιάτο φαγητό κι όλα τα απαραίτητα γιατί ήταν άνθρωπος όπως αυτοί, ίδιος κι όχι διαφορετικός, με αισθήματα, με αγωνία για το αύριο, με προσδοκίες για μια καλύτερη ζωή.

Εκείνος, τους έδειχνε πόσο πολύ τον θεράπευε η συμπεριφορά τους. Μες στη δυστυχία του κρατούσε το καλύτερο χαμόγελο, κι ας είχε χάσει σχεδόν τα πάντα, δεν ήταν άπληστος. Εκτιμούσε και δυνάμωνε, γινόταν μέλος της νέας κοινωνίας, έστω για λίγο, θα κρατούσε για πάντα σαν φυλαχτό στη μνήμη του τα χέρια όλων των ανθρώπων που τον βοήθησαν.

 

Μακάρι η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ 1 να σταματήσει εδώ.

Μακάρι μια μέρα όλοι να υιοθετήσουν την ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ 2.

Μακάρι ο άνθρωπος να κοιτάζει τον άνθρωπο σαν άνθρωπο.

_

Η Πόπη Κλειδαρά γεννήθηκε το 1987 στη Μυτιλήνη. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή(2010), φτιάχνει μικρές και μεγάλες ιστορίες…

Γράψε ένα σχόλιο