Το σημάδι της ζωής


A L E X E Y • T I T A R E N K O

«Αν μπορούσες να ακούσεις για μια φορά. Αν ήξερες πως σημασία δεν έχουν οι ψεύτικες αγκαλιές και τα χάδια. Πως η μοναξιά που τόσο φοβάσαι πάντα θα σε τριγυρνάει. Ίσως τότε να καταλάβεις πως σημασία δεν έχει το πόσους φίλους έχεις, δεν έχουν τα μεγάλα επιτεύγματα σου, επιτυχίες με συναισθήματα μικρής διάρκειας. Να μπορείς όμως κάθε δευτερόλεπτο που περνάει να ανακαλύπτεις τον εαυτό σου. Να μπορείς να αναπνεύσεις ελεύθερα. Να ξυπνήσεις το επόμενο πρωί και να νοιώσεις τόσο όμορφα και οικεία με εσένα. Να μπορείς να βλέπεις την ομορφιά που κρύβεις μέσα σου. Να εξαρτιέσαι μόνο από τις δικές σου ανάγκες και να μην φοβάσαι να πολεμήσεις με όλους εκείνους που θέλουν να σε αλλάξουν.»
Έτσι του έλεγε ο μικρός του αδερφός. Ήταν μόλις 17 χρονών και ήταν σαν να είχε δει τα πάντα, όλη την δυστυχία που κυνηγάει τους ανθρώπους. Ετοιμαζόταν για το ένδοξο μέλλον του.
Τον επόμενο μήνα είχε τα γενέθλια του, θα μπορούσε να κάνει μια ευχή. Δεν πίστευε όμως σε τίποτα. Ούτε στην θρησκεία, ούτε στην επιστήμη, ούτε στους ανθρώπους, παρά μόνο στον εαυτό του. Σαν να είχε την απόλυτη βεβαιότητα πως τα γνωρίζει όλα. Και όμως μέσα του βαθιά αντιλαμβανόταν πως δεν είχε δει τίποτα εξολοκλήρου.
Τα χρόνια κυλούσαν και ο μικρός συνέχιζε να αισθάνεται πως είναι αρκετά γέρος για να κάνει το οτιδήποτε. Θύμωνε με τους δικούς του. Όλοι ζητούσαν την συμβουλή του, κανείς όμως από αυτούς δεν τον άκουγε στην πραγματικότητα. Σαν να βούλωναν τα αυτιά τους, για να μην ακούσουν την πραγματικότητα. Τον έπιανε θλίψη. Πάντα του άρεσε να βοηθά τους άλλους. Και όταν τους έβλεπε δυστυχισμένους κλεινόταν στο δωμάτιο του. Σχεδίαζε με κάθε βήμα την αιτία του προβλήματος για τον καθένα, πως εξελίχθηκαν έτσι τα πράγματα και αν είναι αντιστρέψιμη η κατάσταση.
Οι εποχές άλλαξαν και εκείνος πια μεγάλος, προσπαθούσε ακόμη να βρει άκρη με τους ανθρώπους. Να βγάλει μια διάγνωση. Μετά από μερικά χρόνια, ξανά συναντήθηκε με τον αδερφό του. Είχε να μάθει νέα του από εκείνη την ημέρα που αποφάσισε πως ήθελε να αρχίσει κάτι καινούριο στην ζωή του. Ο χρόνος είχε αφήσει πίσω του τα σημάδια. Και οι δυο είχαν αλλάξει τόσο πολύ εξωτερικά, είχαν αλλάξει τόσα πράγματα όσο και αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί ο μικρός.
Είχαν δώσει συνάντηση στο καφενείο του “Πετράκη”, βρισκόταν κοντά στο σταθμό. Ο Νίκος θα ξανά έφευγε την ίδια μέρα. Ήθελε να πει κάτι επείγον στον μικρό, κάτι που δεν μπορεί να εκφραστεί μέσα από τα γράμματα. Ο μικρός κάπως αγχωμένος ετοιμάστηκε γρήγορα βάζοντας το πρώτο πεταμένο τζιν που βρήκε και ένα πουκάμισο. Έδωσε ένα πεταχτό φιλί στην μητέρα του, τόσο που την ξάφνιασε αυτή η απότομη τρυφερότητα του. Πήγε τρέχοντας εκεί. Είχε αγωνία να δει τον αδερφό του. Αν είναι στα αλήθεια καλά.
Όλα ήταν τόσο ήσυχα. Μπορούσε να απολαύσει ελεύθερα τους ψίθυρους του ανέμου. Τα περπατήματα των ανθρώπων. Όλοι σήμερα ήταν κάπως πιο χαμογελαστοί όπως σε μια ξεχασμένη εποχή. Η πόλη ήταν λιγότερο μονόχρωμη όπως άλλοτε. «Τι όμορφα να ζεις. Να είσαι ελεύθερος από τον χρόνο».
«Μικρέ ακόμη αναρωτιέσαι για το τι εστί ζωή;» Ο μικρός αντιλήφθηκε εκείνη την κοροϊδευτική φωνή που ακουγόταν από πίσω του, ήταν του αδερφού του. Έμειναν για λίγα λεπτά ακίνητοι, σκανάροντας ο ένας τον άλλο. Δεν είπαν τίποτα. Μόνο κοιταζόντουσαν, μέχρι να ξεσπάσουν και οι δυο σε κλάματα και γέλια.
«Πάμε μέσα μικρέ. Δεν έχω φάει τίποτα.»
«Πως ήταν το ταξίδι σου;»
«Ποιο από όλα;»
«Το σύντομο ταξίδι σου με προορισμό εμένα!»
«Χαχα αχ βρε μικρέ. Μου έχουν λείψει πολλοί οι κουβέντες μας! Ακόμη θυμάμαι όσα μου είχες πει!»
«Εμένα πάλι όχι. Πάντα ήσουν κάπου εκεί στο βάθος, χωμένος στις εικόνες, στα συναισθήματα και στο παρελθόν.»
«Και αυτά αρκούν;»
«Όταν είσαι μακριά ναι.»
Βάζοντας την πρώτη μπουκιά στο στόμα του, πίνοντας τον ελληνικό καφέ που τόσο του είχε λείψει, παλιές καλές εποχές τον γύρναγαν πίσω.
«Έχουν αλλάξει τόσα πολλά μέσα μου. Νιώθω σαν ένας άλλος άνθρωπος, ο οποίος μου φαίνεται οικείος. Και εσύ έχεις αλλάξει πολύ.»
«Είχα ξεχάσει πόσο καιρό έλειπες. Η ζωή περνάει τόσο γρήγορα. Είσαι πλέον καλά;»
«Είναι ποτέ κανείς καλά; Συγνώμη που έφυγα τόσο γρήγορα. Που δεν σας είπα ούτε ένα αντίο, αλλά ήθελα να ξεφύγω. Να πάω κάπου που δεν θα με γνώριζε κανείς. Το είχα ανάγκη. Ήθελα από κάπου να ξεκινήσω, να δω που βρίσκομαι, να αλλάξω συνήθειες και παραστάσεις.»
Παραστάσεις. Νέος κόσμος, ίδιοι δρόμοι, ίδια λάθη. Καινούριες ζωές βασισμένες στο παρελθόν ενός εγκαταλειμμένου σπιτιού. Οικείες ψυχές αναζητούν εκείνο το χέρι της αισιοδοξίας, εκείνα τα λόγια της ενθάρρυνσης.
Και όμως το καφενείο ήταν απαράλαχτο. Ίδιοι τοίχοι, ίδιος ιδιοκτήτης, ίδιοι πελάτες που το ανταμώνουν κάθε μέρα. Το μεγάλο ρολόι αντηχούσε τόσο δυνατά. Η ώρα είχε πάει 14:00. Όλοι σιγά σιγά έφευγαν. Τα δυο αδέρφια απορροφημένα ο καθένας στις δικές του σκέψεις, έμειναν για λίγα λεπτά σιωπηλοί. Τι να σκεφτόντουσαν άραγε;
Ο Νίκος παρακολουθούσε με ευχαρίστηση τον μικρό. Είχε ξεχάσει πως είναι να τον έχει δίπλα του. Ήταν όμως και κάτι που τον φόβιζε, όχι τόσο για τον ίδιο, ούτε για την ανθρωπότητα, αλλά για την ψυχή του αδερφού του. Είναι τόσο αγνή και τόσο σκληρή σαν να πολεμάει με κάθε είδους συναίσθημα.
Η ώρα πλέον περνούσε σαν νερό. Ο Νίκος μιλούσε ακατάπαυστα για τις περιπέτειες του, για τους ταξιδιώτες που γνώρισε. Κάποιους από αυτούς τους ακολούθησε και άλλες φορές απλά ήταν μόνος, ανακαλύπτοντας καινούρια μέρη. Είχε ξεκινήσει τον δικό του προορισμό, ζώντας και αναπνέοντας.
«Κάποιες φορές ο φόβος για επιβίωση ήταν τόσο ανεξέλεγκτος. Δεν ήξερα που βρισκόμουν. Από ποιον ήθελα στην πραγματικότητα να κρυφτώ; Τα λόγια σου τότε, αντηχούσαν τόσο δυνατά μέσα μου. Μου έδιναν δύναμη. Ξέρω πως έχω πολύ δρόμο να διανύσω.»
Το τρένο είχε έρθει, οι κυνηγημένοι και οι ενθουσιασμένοι ταξιδιώτες έδιναν βιαστικά τις αποσκευές τους. Όλοι χαιρέταγαν με δάκρυα στα μάτια τους δικούς τους. Λες και ήξεραν πως ίσως δεν τους έβλεπαν ποτέ ξανά.
«Η ώρα έφτασε. Να προσέχεις!»
«Και εσύ μικρέ!»
Βαθιά θλίψη σκέπασε τον ουρανό. Όλα είχαν το χρώμα της μελαγχολίας. Περιπλανώμενοι έκαναν την εμφάνιση τους στις γειτονιές και στις πλατείες, αναζητώντας την ταυτότητα τους. Μεθυσμένοι και ναρκωμένοι προσπαθούσαν να ξεχαστούν. Και τους άλλους, εκείνους που κοιτούσες με ντροπή, έβγαζαν την νύχτα στους δρόμους. Η ζωή δεν είναι πάντα δίκαιη. Έτσι την όρισε ο άνθρωπος.
Ο μικρός εκείνο το βράδυ έκλαψε με όλη του την ψυχή. Ήξερε πως δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να κάνει. Όλα παίρνουν τον δρόμο τους, όπως και ο αδερφός του. Όμως με εκείνον τι γίνεται; Κάποια στιγμή θα λυγίσει. Θα σταματήσει να παλεύει και να σκέφτεται πρώτα την ευτυχία των άλλων, βάζοντας σε δεύτερη, σε τρίτη, σε τέταρτη μοίρα τον ίδιο.
Και ο ίδιος το ήξερε, πως η θύελλα κάποια στιγμή θα ξεσπάσει. Μέχρι τότε απλά χαμογελούσε και έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, σε έναν αγνώριστο δρόμο που τον καλωσόριζε και τον σκέπαζε με ζεστασιά.


Comments 0

Το σημάδι της ζωής

log in

Captcha!
Don't have an account?
sign up

reset password

Back to
log in

sign up

Captcha!
Back to
log in
Choose A Format
Trivia quiz
Series of questions with right and wrong answers that intends to check knowledge
Poll
Voting to make decisions or determine opinions
Story
Formatted Text with Embeds and Visuals
List
The Classic Internet Listicles
Open List
Open List
Meme
Upload your own images to make custom memes
Video
Youtube, Vimeo or Vine Embeds
Audio
Soundcloud or Mixcloud Embeds
Image
Photo or GIF