purple_wall

Το όνομά μου είναι Αλέξανδρος και είμαι φοιτητής βιολογίας, στο δεύτερο έτος. Γεννήθηκα από μπαμπά θυρωρό και μάνα βοηθό σε μοδίστρα και μεγάλωσα στην Κολιάτσου, μοναχοπαίδι. Η μάνα μου με έδερνε όταν μ’ έβλεπε να δαγκώνω τα νύχια μου. Ο μπαμπάς τής φώναζε να μη με δέρνει για τα νύχια. Εκείνος με έδερνε μόνο άμα του έκλεβα κέρματα απ’ το παντελόνι τις νύχτες. Τελικά μεγάλωσα χωρίς νύχια και χωρίς λεφτά. Ο πατέρας μάλλον με έδερνε καλύτερα. Ή οι τσέπες του ήταν μονίμως άδειες. Δεν θυμάμαι.

Από πέρυσι δεν μιλιέμαι με τους γονείς μου. Με στενοχωρεί αυτό, με σκοτώνει, αλλά με τους γονείς του δεν βγάζει εύκολα άκρη κανείς, αν κάτι τους κάτσει στραβά. Τρώω ακόμα τα νύχια μου, αλλά δεν φαίνονται άσχημα γιατί κολλάω από πάνω ψεύτικα. Και λεφτά βγάζω πολλά, γιατί με πληρώνουν καλά. Η αλήθεια είναι πως η μαμά δεν με έδερνε απ’ την αρχή επειδή δάγκωνα τα νύχια μου, αλλά μόνο μετά που μ’ έπιασε μια μέρα να τα βάφω με το μωβ μανό της. Αγαπούσε πολύ το μωβ χρώμα η μαμά, όπως το αγαπώ κι εγώ. Στον μπαμπά δεν είπε τίποτα ποτέ, μέχρι που το έμαθε πέρυσι από αλλού και μ’ έκανε μωβ στο ξύλο.

// Μικροδιήγημα από τη συλλογή “Φόβος κανένας” που διαβάζεται ελεύθερα στην ανοικτή βιβλιοθήκη www.openbook.gr

Γράψε ένα σχόλιο