Του Χριστόφορου Τριάντη

Ξαφνικά σαν από θαύμα,
μπήκα στη νύχτα
κι ο φόβος έφυγε.
Μακριά οι άνθρωποι συνέχισαν
να σέρνουν τα βήματά τους
στους διαδρόμους της συνήθειας.
Σαν μηχανές με ημερομηνίες λήξης
καρφωμένες στα γυμνά σίδερά τους.
Οι ήχοι του ουρανού ήρθαν συντροφιά μου,
μαζί με την ανάσα των αστεριών.
Λίγο καλοκαίρι, που ‘μεινε ξεχασμένο
στα δέντρα της νύχτας,
ακούμπησε τη σιωπή μου…
Γλυκιά νύχτα,
πανηγύρι αγγέλων…
Σκαρφάλωσαν τα όνειρά μου
στα γεφύρια του χρόνου
και φώναξαν το φως…

Γράψε ένα σχόλιο