007a

Θυμιώ να με λέτε. Ευθυμία το βαφτιστικό μου, στη μνήμη του μοναχογιού της νουνάς, που τον εκτελέσανε δεκαεφτά χρονώ παλληκάρι οι τσολιάδες στον εμφύλιο. Η σχωρεμένη η νουνά το’βαλε όρο στη μάνα:

«Άμα δε σ’αρέσει τ’ όνομα κουμπάρα, άμε βρες άλλον να στο βαφτίσει!»

Η κυρά-Πολυξένη ήταν η πρακτική γιάτρισσα που με ξεγέννησε, η μοναδική συγχωριανή που γιατροπόρεψε τη μάνα στη δύσκολη γέννα της. Παλιά πρόσφυγας απ’ την Τασκένδη, την κορόιδευαν τα παιδιά στις αλάνες, γιατί είχε λέει γυάλινο το ζερβό της μάτι και το μισό της καύκαλο ήταν από λαμαρίνα, θυμητάρι από τραύμα στις μάχες του αντάρτικου, στα κορφοβούνια της Παρνασσίδας. Κι ως βγήκα καχεκτική σαν τα χαμόδεντρα στις πεζούλες της πλαγιάς, με λυπήθηκε και το’ταξε πως θα με βαφτίσει αν ζούσα. Σπάνια μίλαγε, μα τη θυμάμαι να μαζεύει μανουσάκια απ’ τις βραγιές και να τα φέρνει σπίτι μας με λίγα αυγουλάκια απ’ τις κοσάρες της, να φάω να δυναμώσω που ήμουνα λειψή απ’ την αδενοπάθεια. Ξέφυγε ο νους, συμπαθάτε με…

Στην πρόσκληση της μάνας στα βαφτίσια, μονάχα τρεις νοματαίοι ήρθαν. Η Βαρδαμήλαινα με το σακάτικο ισχίο σερνάμενη απ’ τον καλότροπο άντρα της τον κυρ-Χρόνη κι η κυρά-Βενετσιάνα του φούρναρη. Άλλος συγχωριανός δεν πάτησε στην εκκλησιά, κι ας σταυροκοπιόντουσαν γονυπετώς στους εσπερινούς, αφού πρότερα βριζόντουσαν στα κεφαλόσκαλα. Ως κι ο κυρ-Θόδωρος ο μπακάλης, που η μάνα  τον ανάστησε με ενέσεις πενικιλίνης σαν θανατοπάλευε με τις πνευμονίες και που της είχε μεγάλη υποχρέωση καταπώς έλεγε, μήτε κι αυτός ήρθε. Πολύ την έγδαρε αυτό τη μάνα. Συμπαθάτε με, συγκινήθηκα…

Θυμιώ λοιπόν. Της Ματούλας Καραμπίνη. Αγνώστου πατρός στα χαρτιά. «Βαριά σκιά θα πλακώνει το κορίτσι μας!», μοιρολογούσε η γιαγιά. Βροχή τα δάκρυα στης μάνας την τριμμένη ποδιά. Κύρτωνε η ράχη της στο μαρμάρινο νεροχύτη. Παρευθύς τεντωνόταν σαν ελατήριο, έσιαζε τις φουρκέτες της και καμωνόταν πως ψαχούλευε το ραφάκι με τα μπακίρια και τα κατσαρολικά. «Μη τα λες αυτά μπροστά στο παιδί!» τη μάλωνε χαμηλόφωνα, μα εγώ τις άκουγα κάθε σύθαμπο στην αυλή πάνω στα ασβεστωμένα πλιθιά, να κλαίνε φαρμακωμένες κάτω απ’ τη γέρικη μουριά κι ύστερα να προσεύχονται  στους ξύλινους αγίους στο εικονοστάσι.

Ο πάτερ-Τιμόθεος μας διάβαζε τα συναξάρια του Νικόδημου, για τη φιλαυτία και τ’ ανθρώπινα πάθη, μεγάλη βδομάδα κι ετοιμαζόμασταν να γιορτάσουμε την Πασχαλιά. Όρμησε αλαφιασμένη στο ναό η κυρά-Πολυξένη, «Τρέχα πουλάκι μου σπίτι… η μάνα σου…». Μήτε που θυμάμαι πώς έφτασα στην αυλόπορτα, τραβηγμένο ήταν το σιδερένιο μάνταλο. Κατάχαμα στην κουρελού τη βρήκα, με τα μυγδαλωτά της μάτια ορθάνοιχτα, σαν την Παναγιά στο εικονοστάσι μας,  ένα ξέπνοο κουφάρι μ’ όλη τη θλίψη του κόσμου μαζεμένη στο πρόσωπό της… η μανούλα μου στο σταυρό του μαρτυρίου, αυτόν που στολίζαμε με πανσεδάκια πρωτύτερα στην εκκλησιά.

Αυτό γιατρέ μου με χαράκωσε...Τρεις-τέσσερις άνθρωποι να κουβαλάμε βουβοί το φορτίο της στο αγιάζι, ως τα ριζά του κοιμητηρίου. Οι συγχωριανοί γλεντούσαν την ανάσταση του Χριστού κι ήταν μόνο η κυρά-Πολυξένη που απόθεσε λίγα μανουσάκια πριν την καταπιεί το χώμα. Κι όταν έπεσε η αυλαία κι ο πάτερ-Τιμόθεος έφυγε βιαστικός για το χωριό, φύτρωσαν τα μανουσάκια πάνω στο νωπό χώμα, δεύτερη ανάσταση μου φάνηκε, μύρισα ανοιξιάτικες ευωδιές κι είδα τη μορφή της στον ουράνιο θόλο… στιγμιαία, μα την είδα σας λέω!..

toapagio.blogspot.gr

Φωτογραφία: http://mytripssonblog.blogspot.gr/

Γράψε ένα σχόλιο