Του Χριστόφορου Τριάντη

Αγαπημένη….
Ό,τι έχουμε δικό μας
είναι οι λέξεις μας.
Αλλά να, είναι κι οι ηλιαχτίδες του δειλινού
που σμιλεύουν τη χαρά.
Μα κοίτα….
Στους δρόμους του καλοκαιριού
ακούγονται οι φωνές τ’ ουρανού
Ίσως για μας…
Ίσως γι’ αυτούς που θα ‘ρθουν
Και εκεί στα ρήγματα της ξερής μας γης,
φωλιάζουν – ήσυχα – οι δροσερές πηγές
του πόθου.
Αντάμωσαν κι αυτές, με τις δικές μας λέξεις
Των ψυχών μας τα αγγίγματα
ξεδιψούν μες στα νερά τους,
αλλάζοντας το χρώμα των στιγμών.
Σαν λύπη φαίνονται.
Έχουν το κόκκινο φως της λήθης
και τους  λυγμούς ενός αγίου
Αγαπημένη….
Μακάρια η φύση άφησε τις μνήμες της σε μας.
Πάνω στ’ άλογα του πάθους ταξιδεύουν
Κι αλλόκοτα ντυμένες με θυμάρι στα μαλλιά,
θεϊκές υμνωδίες τραγουδούν,
ζωντανές κι άσπιλες.
Διαβαίνουν τους αιώνες, φτιάχνοντας κάστρα
για την αγνότητα, την ελευθερία.
Και τι άλλο;
Αγαπημένη….
Να, των ματιών μας η σιωπή
χάνεται μες στου χρόνου τα δέντρα.
Τζιτζίκια την παίρνουν και
τραγούδι μακρόσυρτο την κάνουν.
Μέχρι τα μονοπάτια των προσευχών μας
προχωρά, δυνατή σαν αίμα.
Οι λέξεις μας –πιστά- ακολουθούν
τους ήχους της χαράς της.
Συμφωνία αισθήσεων κι ονείρων.
Και γιατί σ’ αγαπώ;
Απάντηση του ανέμου,
καθώς χαϊδεύει τους ροδώνες των παθών.
Κομμάτια έγιναν τα τριαντάφυλλα
και οι μέλισσες πέθαναν από ιερό καθήκον
στο ωραίο, στο μυστικά ωραίο.
Το χαμένο στις κορφές των βουνών.
Όχι! Δεν χάθηκε η ομορφιά.
Ανασταίνεται απ’ τη θέληση.
Είναι η μοίρα της: τα βήματά της να γίνονται σύννεφα
και τις πέτρες της θλίψης να σηκώνουν,
για να φτάσουν στην ωραιότητα.
Αγαπημένη…
Εξαφανίστηκαν οι βαρβαρικές αλώσεις
σαν θαύμα, δεν υπάρχουν πια.
Έμεινε ο θόλος του ουρανού κατάλευκος,
όλο φως κι ελευθερία.
Κι η αγάπη;
Μέσα στα κλωνάρια των τριανταφυλλιών
καίγεται, δίχως να αφήσει τέφρα.
Σαν θεός φωτίζει τις σκιές μας,
όπως ανεβαίνουν για να συναντήσουν
τις θάλασσες του φεγγαριού.
Ανάμεσα στις σειρές των νυχτολούλουδων
περπατάμε απαλά, σαν τη πρωινή δροσιά.
Κι η ιστορία αφανέρωτη
αγγίζει τις καρδιές μας.
Αγαπημένη…
Η μοναξιά μου ταξιδέψε,
στα χωράφια της ευτυχίας,
κι ούτε ένα άνθος δεν
χάραξε το σώμα της.
Ακέρια ήρθε να σε βρει.
Απλόχερα να σκορπιστεί,
στο δικό σου τέλος,
το δικό σου άπειρο…

Γράψε ένα σχόλιο