Του Χριστόφορου Τριάντη

Ξαφνικά ο ζωγράφος τυφλώθηκε.
Και τώρα οι εικόνες -θεματικά- εισέβαλαν στον καμβά
πήρανε πρωτοβουλία στα βουλεβάρτα,
γυρεύοντας προοπτική και γνησιότητα
Να τες λοιπόν!
Ένας Άγγελος, δίχως φτερά, που τον κλοτσάνε
κάτι χωροφύλακες  στη στάση του μετρό που γράφει
«Σφαγεία».
Ένας γιαπωνέζος στρατηγός απομεινάρι του πολέμου,
που κάνει χαρακίρι μπροστά σε μορμόνους ιεροκήρυκες
και βουδιστές μοναχούς.
Κι ένας νεαρός φασίστας, που την έγκυο μάνα του βρίζει
γιατί θα αποκτήσει αδελφό.
Να και μια στάλα φεγγάρι, που τρυπώνει
στις σιδερένιες κουρτίνες της λήθης,
χρωματίζοντας τις στιγμές  του χρόνου.
Κι ένα στρέμμα ενθουσιασμός στο ράμφος
μιας στρουθοκαμήλου, σαν βλέπει ένα παιδί
να διαβάζει το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας».
Και δυο κόκκινα πουλιά, που καρφώνουν σταγόνες αίμα
στην πλάτη ενός  αγίου, σαν υπόμνηση
μαρτυρικού θανάτου.
Κι ένα βραβείο υπηρεσίας στον εμφύλιο,
που κρέμεται στο σπίτι ενός γέρου βοσκού.
Αυτός τα κορίτσια αγαπούσε και απέκτησε έξι.
Σε μια γωνιά του πίνακα, ένα τσούρμο
ευνουχισμένων ταύρων, στέκεται πειθήνια νεκρωμένο,
τα αίματα έβαψαν τα κέρατά τους.
Και σαν βλέπουν το θέαμα οι γυναίκες –σαλτιμπάγκοι
ενός τσίρκου (σε πλούσιο προάστιο),
χασκογελούν από ευτυχία.
Μα και η οδοντοστοιχία ενός νεκρού
(που κάποτε ήταν λογοτέχνης), από το μάθημα
ανατομίας του γιατρού Ντέμιαν,
κάπως ηλίθια χώθηκε στη ζωγραφιά
Κι ένας φράχτης, στη μέση του
κάτω απ’ τις αμυγδαλιές παίζουν παιδιά,
δίχως φόβο.
Α , και οι γριές που ξέχασαν να γελούν,
αγκομαχούν να μπουν στη ζωγραφιά,
δίνοντας συμβουλές λογικής σ’ αγόρια
και κορίτσια.
Μα, ο ζωγράφος πια άλλο χώρο δεν κάνει.
Ο πίνακας είναι έτοιμος,
σχεδόν …

Γράψε ένα σχόλιο