Του Χριστόφορου Τριάντη

Κοιμήθηκε ο Θεός αυτήν τη μέρα.
Ήταν κάπως κουρασμένος απ’ την ανθρωπότητα.
Kαι στους αγγέλους έδωσε εντολή
να μην τον ενοχλήσουν –ξανά-
για τις υποθέσεις των ανθρώπων.
Σε δαίμονες και αγίους απαγόρευσε
την απασχόληση με τις γήινες τις καταστάσεις.
Και η εντολή ήταν μία: να εξαφανιστούν
τα δίκτυα ψηφιακά και ηλεκτρικά, σ’ όλη την οικουμένη.
Ο κόσμος να μείνει ορφανός
από φώτα κι ηλεκτρονικά μηνύματα.
Ω, χάθηκαν πραγματικά (και μαγικά)
οι πηγές του ηλεκτρισμού
και οι δορυφόροι των τηλεπικοινωνιών
εξαφανίστηκαν στο χάος.
Τα ψηφιακά όργανα σταμάτησαν τις μουσικές τους.
Φόβος τρομερός έπεσε στην ανθρωπότητα.
Μέχρι και του Γάγγη οι γκουρού,
βαρύθυμοι ξαγρυπνούσαν στις νεκρικές πυρές,
κλαίγοντας για την άδικη μοίρα των ανθρώπων.
Μα και στις μεγαλουπόλεις του βορρά,
άρχισαν τις λιτανείες στους θεούς του ρεύματος
και των ηλεκτρονικών ψηφίδων.
Και οι πανεπιστήμονες, ανά τους μεσημβρινούς,
(Χάρβαρντ, Οξφόρδης κι αλλού)
μάταια προσπαθούσαν να επαναφέρουν τις ροές
στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις
(δεν ξεπερνιέται τελικά ο Θεός, ούτε κι ο διάβολος).
Ω, ξαναγύρισε η εικόνα τού σκότους
και επέστρεψε η εποχή των λυχναριών.
Οι τεχνητές οι φωταψίες χάθηκαν ολοταχώς.
Ξέμειναν των αστεριών οι λάμψεις
και του φεγγαριού οι ακτινωτές μεταμορφώσεις.
Ο κόσμος έγινε πρωταγωνιστής
σε μυθική ιστορία παλαιοτάτων εποχών.
Η μέρα στα δυο χωρίστηκε,
ευδιάκριτα, ξεχωριστή απ’ τη νύχτα.
Οι νυχτερίδες –πάλι– μεταμορφώθηκαν
σε βασίλισσες του σκοταδιού,
τροπαιοφόρες και ολίγον φοβιστικές.
Συντροφιά με τις γλαύκες όριζαν τις ώρες
των νυχτών.
Οι σκιές βρήκαν επιτέλους παρηγορία
στις λόχμες των δασών,
μαζί με νεράιδες και καταραμένους  ποιητές.
Ελεύθερα τώρα τα παιδιά τις πυγολαμπίδες κυνηγούσαν,
να πάρουν λίγο φως, τα παιχνίδια τους  να συνεχίσουν.
Ω , πραγματικά ήταν –παγκοσμίως- νεκρές οι συσκευές.
Τότε οι πλανητικοί ηγέτες –κάπως ανήσυχοι–
έδωσαν διαταγή στον στρατό
να φυλάξει την τάξη και τις ιδιοκτησίες (κι είναι αρκετές).
Τα έκτροπα έπρεπε ν’ αποφευχθούν
όπως και οι ανομίες (οι παράνομοι και τη μέρα αγαπούν).
Αλλά στους μικρομεσαίους ο φόβος
έδωσε τη θέση του στην πλήξη
(η ανώτερη τάξη είχε από παλιά εγκολπωθεί
την ανιαρή ζωή).
Οι παρέες στερήθηκαν κινητά κι υπολογιστές,
τηλεοπτικά θεάματα κι άλλες ψηφιακές υπερβασίες.
Αυτομάτως δεν ήξεραν πώς τον χρόνο να νικήσουν.
Και λίγο πριν τα δειλινά,
σαν Τάταροι από άλλες εποχές
άρχισαν τις συμπλοκές και τους ξυλοδαρμούς
(αναμεταξύ τους).
Ω, ο πολιτισμός (άνευ ηλεκτρικών ανέσεων) τη
σύγκρουση απαιτεί και την αλλοφροσύνη,
για να (ξανά) ζωντανέψει.
Πλήθυναν οι μάχες, οι τσακωμοί και τα ξυλοκοπήματα
σε νότο και βορρά.
Οι έριδες είχαν τον πρώτο λόγο,
θυμίζοντας άλλες εποχές.
Σαν η ανθρωπότητα να ‘χε ανάγκη
την ηλεκτρονική διακοπή,
για να δέρνονται οι άνθρωποι από βαριεστιμάρα κι ανία.
Ίσως να ‘ταν προτιμότερο από τη θανατερή
τη βιωτή στα πληκτρολόγια
και τους ψηφιακούς διαύλους.
Πω πω δεν είναι ζωή  αυτήν,
αναρωτήθηκαν σε γραφεία και πλατείες .
Χρειάζεται επειγόντως να ξυπνήσει ο θεός,
μπας και ο ηλεκτρισμός ξανάρθει
στον φτωχό μας κόσμο.
Πολλοί το θαύμα περιμένουν
και το θρησκευτικό συναίσθημα γύρισε
δυναμωμένο στις ψυχές.
Είναι κι αυτό ένα κέρδος.
Μα, κάποιοι είπαν πως ο Θεός ξύπνιος είναι
και με το κοντραμπάσο του είναι απασχολημένος.
Εγκατέλειψε την οικουμένη και στις νότες εντρυφά,
σαφώς προσηλωμένος.
Γι’ αυτό τις νύχτες,
σαν μένουν οι άνθρωποι σιωπηλοί,
φτάνει στη γη η μουσική τ’ απείρου.
Και παρηγορία σκορπά  στους σιωπούντες,
απλόχερα και ιδανικά.
Δεν λαθεύει ο Θεός!
Άνθρωποι ρίξτε τις άγκυρες στα καθαρά νερά
και τις φωτιές της πίστης,
να ξαναγεννηθούν τα φώτα της ψυχής.
Κι ο Θεός μουσική
να συνεχίσει να γεννά,
μακριά από συσκευές, ψεύτικες ζωές
κι άψυχες αλήθειες…

Γράψε ένα σχόλιο