Για την Ελένη


για την Ελένη

Ο ήλιος ανέτειλε την ώρα που το Ferry Boat πλησίαζε την Ακτή της Σικελίας. Φυσούσε ένα δροσερό αεράκι στο κατάστρωμα και η αύρα της θάλασσας χτυπούσε τα πρόσωπα των ταξιδιωτών. Πόσες ώρες ταξίδευε άραγε για να φτάσει εδώ; Μα κυρίως, πόσο καιρό θα μπορούσε να μείνει στον ξένο αυτό τόπο;

Είχε αποφασίσει να κάνει μια νέα αρχή στην ζωή της. Είχε όνειρο ζωής να μετακομίσει στην Σικελία. Δεν ήξερε την γλώσσα, μα είχε ένα προαίσθημα πως θα ζούσε καλά εκεί. Θα δούλευε και μέσω της τριβής της με το πλήθος θα μάθαινε τα πάντα. Θα γινόταν ένα με τους ντόπιους κι ας μην ήξερε πως θα τους προσεγγίσει.

*

Οι αμπελώνες της Σικελίας ήθελαν χέρια για τον τρύγο εκείνη την περίοδο. Δεν έχασε την ευκαιρία και με μια ψάθα στο κεφάλι κι ένα κοφίνι στα χέρια ξεκίνησε να εργάζεται. Τα λεφτά δεν ήταν πολλά, αλλά είχε σπίτι και φαγητό δύο φορές την ημέρα. Θα της έφταναν αυτά που θα συγκέντρωνε για το πρώτο διάστημα.

Κι έτσι έγινε. Με τον ήλιο του Αυγούστου να της καίει το σώμα ξεκίνησε την δουλειά. Η πρώτη μέρα ήταν εξαντλητική και δύσκολη, ενώ το βράδυ την βρήκε να κλαίει, καθώς αναλογιζόταν την επικείμενη αποτυχία της και την αναγκαστική της επιστροφή στην πατρίδα που τόσο μίσησε.

*

Η Ελένη ήταν μια κοπέλα είκοσι δυο ετών. Όμορφη, με κοντά πυρόξανθα μαλλιά και καταγάλανα μάτια. Τα βλέμματα μαγνητίζονταν μόλις την αντίκριζαν και πολλά κεφάλια στρέφονταν κι ακολουθούσαν σαν αυτόματα την πορεία της. Το είχε το όνομα τελικά να βασανίζει στο πέρασμα των αιώνων τους άντρες με την ομορφιά που το συνέδεε.

Μόνο που την δική της περίπτωση το πουκάμισο δεν ήταν αδειανό. Η ίδια δεν ήταν απλά μια Ελένη. Το σώμα της ήταν γεμάτο, πλούσιο κι άφηνε τις μυστικές πτυχές του να ευωδιάζουν. Ήταν μια πολλά υποσχόμενη γυναίκα και το ήξερε από μικρή. Μια femme fatale εν αγνοία της αθωότητας και της νεότητας της.

*

Η δεύτερη μέρα της στον αμπελώνα την βρήκε με το σώμα της ένα βήμα πριν την κατάρρευση. Πονούσε κι έτρεμε σύγκορμη, αλλά είχε βάλει ένα στόχο. Δούλευε ασταμάτητα και θυμήθηκε τον χαρακτηρισμό που χρησιμοποιούσε η γιαγιά της· αγαρινό σκυλί. Η κόπωση δεν ήταν ικανή να περιορίσει την ελευθερία που θα της εξασφάλιζε η δουλειά κι η διαμονή της σε αυτό τον τόπο-γη της επαγγελίας.

Η Τρίτη μέρα ήταν αυτή της ανάστασης. Ο πόνος υπήρχε αλλά ήταν υποφερτός. Ο ήλιος δεν την έκαιγε τόσο. Η θέληση δυνάμωνε κι έβλεπε την ζωή της να στήνει μια σκάλα μπροστά της. Δεν της είπε κανείς, βέβαια, αν αυτή η σκάλα θα την οδηγούσε στην κορυφή, ή αν θα την έστελνε στο πάτο.

*

Οι άνθρωποι είναι όντα αχάριστα. Ποτέ δεν είναι ικανοποιημένοι με την ζωή τους. Παίρνουν λάθος δρόμο. Πέφτουν στην έρημο και ψάχνουν την όαση που θα τους προσφέρει την σωτηρία τους. Σε περίοδο ανυδρίας, πετούν το νερό νομίζοντας ότι στην επόμενη στροφή θα το βρουν μπροστά τους.

Έχουν την τάση να βασανίζουν κάθε λεπτό τη ψυχή τους. Δημιουργούν χαρακιές και με την πεποίθηση της επούλωσης επιδίδονται σε ένα Μαραθώνιο με νικητή αυτόν που θα καταστραφεί περισσότερο.

*

Τέσσερις μέρες μετά την έναρξη της δουλειάς κι είχε ήδη συνηθίσει. Δεν πονούσε. Το αίσθημα για ζωή ην κατέκλυζε, ενώ η ανάγκη γι επιβίωση της έδινε κάθε λεπτό το κίνητρο να συνεχίσει με όση περισσότερη δύναμη της επέτρεπε το σώμα της.

Τα κατάφερνε; Έπρεπε να τα καταφέρει. Είχε το κουράγιο; Έπρεπε να το βρει. Θα ζούσε για το όνειρό της. Έπρεπε να το διεκδικεί κάθε καταραμένη στιγμή. Και έβαζε στην ζυγαριά τα ερωτηματικά και τα πρέπει, φόρεσε την πλερέζα της προστακτικής και πιάστηκε από το γαλάζιο του νησιού.

*

Η αγάπη μας για τις θεωρίες που συνοδεύουν την μοίρα- είτε καλή, είτε κακή- μας έμαθαν ότι η πραγματοποίηση της θέλησής μας εξαρτάται από την ίδια την θέλησή μας. Το σύμπαν, λέει, κάνει την θέλησή μας πραγματικότητα.

Κανείς δεν αναρωτήθηκε δύο πολύ απλά πραγματάκια. Το σύμπαν έχει τις καλές του σήμερα, ή ξύπνησε από λάθος πλευρό; Κι ακόμη, το σημαντικότερο, άλλες δουλειές δεν έχει να κάνει κι ασχολείται με το τι θέλει ο τάδε και τι ο δείνα;

*

Δεν πίστευε στην τύχη της η Ελένη. Άλλωστε, την είχε εγκαταλείψει πολλά χρόνια πριν. Τότε που, άγουρο βλαστάρι ακόμη, έπεσε στο δρόμο εκείνης της Γιολάντας –τότε δεν πίστευε ότι το όνομα αυτό είναι ψεύτικο, μιας κι η πρωτοτυπία αυτού την είχε μαγέψει.

Τελικά, το όνομα κι η αρχοντιά αυτής ήταν μόνο επιφανειακά. Στην ουσία ήταν μια σκατόψυχη, που πλησίαζε αθώα παιδάκια. Τα θάμπωνε με τους τρόπους της και κέρδιζε την εμπιστοσύνη τους. Μετά τα παρέσυρε στο σπίτι της. Κάπου στην Ανάβυσσο. Τους έλεγε ότι είχε μεγάλο κήπο με πολλά λουλούδια και ακόμη περισσότερα ζωάκια. Τότε, τα έπαιρνε μαζί της. Τα οδηγούσε σε ένα σπίτι στην Ανάβυσσο- ήταν το μόνο αληθινό. Τα παιδιά έψαχναν τον κήπο με τα λουλούδια και τα ζωάκια. Δεν τον έβρισκαν και συνέχιζαν να υπακούν στις συμβουλές της με την ελπίδα ότι θα τον βρούνε. Τα έβαζε στο σπίτι και τα καλούσε να κλείσουν τα μάτια. Απήγγειλε ιστορίες και τα έβαζε να τις κάνουνε εικόνες. Παράλληλα με ελαφριές κινήσεις έβγαζε τα ρούχα της. Στην συνέχεια ερχόταν η σειρά των παιδιών. Τους έλεγε ότι δεν μπορούσαν να δούνε τον μυστικό της κήπο αν φοράνε τα ρούχα τους. Η αφήγηση συνεχιζόταν κι αυτή άρχιζε να τα αγγίζει. Πρώτα στο πρόσωπο. Χέρια. Κοιλιά. Στήθος –έστω κι αυτό το ανύπαρκτο. Πόδια. Φιλί στα πόδια. Ποπό. Περισσότερη ώρα στον ποπό.  Και μετά στην ήβη. Με περισσότερη ένταση. Με τα δάχτυλά της να προσπερνούνε κάθε όριο, καταστρέφοντας τις ζωές μικρών παιδιών που στην ουσία ακόμη δεν ήξεραν τι συμβαίνει. Παιδιών που δεν ένιωθαν ευχαρίστηση, που ήταν σίγουρα μόνο πως αυτό το πράγμα ήταν πέραν του φυσιολογικού.

Ένα από αυτά τα παιδιά ήταν κι η Ελένη.

*

Η ζωή δεν θέλει κυνήγι για να ανθίσει. Η αισιοδοξία σε πολλές των περιπτώσεων είναι  η καλύτερη αντιμετώπιση της Δυστοπικής πραγματικότητας. Κι αν δεν μπορεί κανείς να είναι αισιόδοξος; Προσπαθεί μέχρι να βρει αυτή την ελπίδα. Το φως στο σκοτάδι των καιρών.

Τώρα αν ντε και καλά θες να την πάρεις στο κατόπι, κάνε το. Μα φρόντισε τις αντοχές σου. Πάρε τις σωστές ανάσες και βάλε τα σωστά παπούτσια. Ο δρόμος είναι δύσκολος. Να έχεις νερό μαζί σου, γι όταν διψάσεις και μην σταματήσεις να την ακολουθείς. Ξεγλιστρά χωρίς να την πάρεις είδηση. Ένα σταυροδρόμι κι εσύ βρέθηκες στο κέντρο του λαβύρινθου. Οι έξοδοι πολλές. Μα μόνο μία σε βγάζει στην σωστή γωνιά.

*

Η Ελένη δεν την πήρε στο κατόπι. Τα πόδια της, θαρρείς κι ήταν στραβά, δεν μπορούσαν να κάνουν βήμα. Για πολλά χρόνια νόμιζε ότι η ζωή της είχε χαθεί, εκείνο το μοιραίο καλοκαίρι στην Ανάβυσσο. Μα, γι άλλη μια φορά, βγήκε γελασμένη.

*

Η Ελένη είναι στα 22. Βαρέθηκε να ζει μέσα στην μιζέρια. Στα οκτώ της έπεσε θύμα βιασμού. Για τα επόμενα δεκατέσσερα χρόνια μεγάλωνε μέσα στον φόβο και τρόμαζε στο κάθε της βήμα. Μέχρι που πήρε μια μεγάλη απόφαση. Έφυγε από τον τόπο που είχε συνδεθεί με την καταστροφή της αθωότητας της. Σε ένα πλοίο, με μια βαλίτσα γεμάτη τα πράγματα που ήθελε μαζί της και δυο αλλαξιές ρούχα, ξεκίνησε το ταξίδι στο αύριο, που έμελλε να είναι το σήμερα της υπόλοιπης ζωής της.

Δεν γνώρισε ποτέ αυτό που λένε “Happy End” , δεν έζησε τον έρωτα όπως τον ονειρευόταν. Ήταν μόνη της, ανεξάρτητη σε ένα μέρος όπου οι φόβοι της δεν μπορούσαν να την φτάσουν. Και κάπου εκεί το όνειρο έγινε πραγματικότητα. Με λίγα μαραμένα ροδοπέταλα, αλλά ακόμη γεμάτη μπουμούκια που ήταν έτοιμα να προσφέρουν το άρωμά τους.

 

Comments 0

Για την Ελένη

log in

Captcha!
Don't have an account?
sign up

reset password

Back to
log in

sign up

Captcha!
Back to
log in
Choose A Format
Trivia quiz
Series of questions with right and wrong answers that intends to check knowledge
Poll
Voting to make decisions or determine opinions
Story
Formatted Text with Embeds and Visuals
List
The Classic Internet Listicles
Open List
Open List
Meme
Upload your own images to make custom memes
Video
Youtube, Vimeo or Vine Embeds
Audio
Soundcloud or Mixcloud Embeds
Image
Photo or GIF