Άφησε τα χέρια απ’το τιμόνι και δεν ένιωθε φόβο. Τα πόδια της χτυπούσανε τα πετάλια πιο δυνατά. Μα ήταν ανηφόρα και θυμήθηκε την ανασφάλειά της. Δεν ήθελε να σκέφτεται ότι κάποτε θα έβγαινε πάλι στη λεωφόρο. Δεν ήταν κι η αγαπημένη των οδηγών. Αλλά τώρα είναι στον Λαιμό και μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Πολεμούσε την ώρα κι η ώρα τα νεύρα της, μπας και φτάσει στη θέα πριν σκοτεινιάσει. Αλλά πού να’ξερε ότι κάπως έτσι λειτουργούν τα Σάββατα. Χτύπαγε πιο δυνατά τα πετάλια, βαθιά μες στο έδαφος, τα γόνατα σχεδόν αγγίζανε τους αγκώνες. Κοίταξε μακριά και έφτυσε στην εικόνα της θάλασσας. Δεν ήταν εκεί ακόμα, όχι όσο τα μάτια αγκωμαχούσαν με τον αέρα και τα χέρια τριβόντουσαν στα χερούλια. Η σέλα ίδρωνε ανάμεσα στα πόδια της. Μα λίγο ακόμα και θα’φτανε. Άρχισε τα ζικ-ζακ για να ξεγελάσει το κάψιμο. Αριστερά δεξιά ψηλοί φράχτες να κρύβουνε μια αυτονόητη πολυτέλεια. Κάποιος από μακριά έπαιζε με το γκάζι, εκείνη μειδίασε. Της θύμησε το παιχνίδι του πατέρα της. Είχε μεγαλώσει πια και δεν έψαχνε αντικαταστάτη του. Να το, έφτασε. Μια μικρή κατηφόρα για προκαταρκτική ανταμοιβή του κόπου της και τέλος. Η πίσσα του δρόμου σε προκλητική απόσταση από τον γκρεμό. Ο φοβερός συνδυασμός στεγνότητας και μπλε. Η αυτοκαταστροφή στο μεγαλείο της. Δεν ήξερε γιατί το έκανε. Στην τελική, δεν είχε κανονίσει και τίποτα για αύριο.

Γράψε ένα σχόλιο