tumblr_ngjod7mgei1sktodxo1_1280

Απόψε θα βάλεις τέσσερα σερβίτσια στο τραπέζι, όπως παλιά. Και το εμπριμέ τραπεζομάντηλο το άφθαρτο, που πάντα το έπλενες  στους σαράντα βαθμούς για να διατηρηθούν τα χρώματά του ζωηρά.

«Πάλι λαδερό ρε μάνα;»

«Κάντε και κάνα σταυρό ρε παιδιά και πείτε κι ένα δόξα τω Θεώ!»

Με τα χρόνια, πέφτανε σα λεκέδες οι κουβέντες πάνω στο εμπριμέ. Κι έγιναν τρία τα σερβίτσια κι έφυγε ο μεγάλος γιατί τον έπνιγε λέει ο τόπος και τα λαδερά φαγητά σου. Κι έμεινε η μικρή που θα φύγει κι αυτή όταν το τραπεζομάντηλο θ’ αρχίσει να ξεθωριάζει απ’ τ’ απανωτά πλυσίματα και τις τραχιές κουβέντες.

Στα δυο σερβίτσια, το εμπριμέ τραπεζομάντηλο παροπλίστηκε κι έδωσε τη θέση του σε δύο πλαστικά σουπλά.

«Άιντε ρε γυναίκα, να κάμουμε τη ζωή μας πιο εύκολη, βαρέθηκα να σε βλέπω να πλένεις και να σιδερώνεις».

Θα ζοριστείς να συνηθίσεις το ερημωμένο τραπέζι και το ίδιο λαδερό κάθε μέρα, μέχρι ν’ αδειάσει η κατσαρόλα. Κι αυτή η νεκρική σιγή την ώρα του φαγητού θα σε ξεκουφαίνει• δίχως γκρίνιες και ξινισμένες γκριμάτσες, γέλια και πειράγματα και τσακωμούς και συγνώμες και δάκρυα και φωνές και αγριάδες. Όλα τυλιγμένα κυλινδρικά στο τραπεζομάντηλο μαζί με τα ψίχουλα, να τα τινάζεις μακριά. Κάθε μέρα το ίδιο δρομολόγιο, ώσπου απόμειναν δυο ζευγάρια χέρια μοναχά πάνω στο τραπέζι. Στην αρχή αντικριστά, ξεμαθημένα να μη σέρνουν βάρη και να ματώνουν, δύσκαμπτα, φοβισμένα, άνευρα, παραδομένα• που με τον καιρό όμως γαλήνεψαν, συνήθισαν στην άδεια φωλιά, αγαπήθηκαν ξανά, ήρθαν κοντά και σφίχτηκαν δυνατά. Όχι για πολύ…

«Η γριά δε πάει καλά, πάλι παραισθήσεις είχε»…

Απόψε θα βάλεις τέσσερα σερβίτσια. Θα στρώσεις και το τραπεζομάντηλο το εμπριμέ, γιατί δώσατε όρκο πως θα συναντηθείτε στο τραπέζι ξανά. Θα κατηφορίσει νωρίς το απόγευμα να πιείτε το καφεδάκι σας, να κουτσομπολέψετε και να βάλετε παρέα το φαϊ στη φωτιά. Τα παιδιά είναι έξω για παιχνίδι• ξαφνικά θα μπουκάρουν βρώμικα κι αναψοκοκκινισμένα στην κουζίνα να πιουν παγωμένο νερό, ρουθουνίζοντας τον ατμό και ρίχνοντας κλεφτές ματιές στην κατσαρόλα για να μαντέψουν τι μαγειρεύεις. Θα τα δεις να μεγαλώνουν απόψε, να γίνονται ενήλικες, να ερωτεύονται, να παντρεύονται και να γίνονται κι αυτά γονείς.

Κι όση ώρα τσακώνονται πάνω απ’ το εμπριμέ τραπεζομάντηλο, για το «Ποιος θα προσέχει τώρα τη γριά;», εσύ θα έχεις γίνει ήδη αθάνατη κι αλέκιαστη. Άφθαρτη κι ανάλαφρη σαν ένα παλιό τραπεζομάντηλο που τέλειωσε οριστικά τη θητεία του κι αφήνεται στο κενό σαν πένθιμη σημαία που υποστέλλεται.

Κανείς δεν θα σκεφτεί ποτέ πως μέσα στην παραζάλη σου για τις προετοιμασίες του τελευταίου τραπεζιού, όλα τ’ άκουγες κι όλα τα καταλάβαινες. Κι αυτή η λέξη «γριά», ήταν ο ύστατος λεκές πάνω σου. Τα εύσημα θα περιμένουν σε κάποιο γραφείο απολεσθέντων κι εσύ θα τους δίνεις την ευχή σου περπατώντας ήδη στο κρηπίδωμα κάποιου παραδείσου.

©Μαρία Κανελλάκη

http://toapagio.blogspot.gr/

Γράψε ένα σχόλιο