i-kopela-me-ta-prasina-matiaΉθελε να αλλάξει τον κόσμο μέχρι τη στιγμή που γνώρισε την κοπέλα με τα πράσινα μάτια. Τότε, άφησε τον εαυτό του να ξεχάσει τις μέρες που ξεθώριαζαν μέσα του για να κάνει χώρο στο πράσινο που θα γέμιζε τη ψυχή του. Διάβασε το ποίημα που είχε γράψει στο χέρι του. Δε θυμόταν πότε. Δε θυμόταν γιατί. Δε θυμόταν πώς. Ούτε ήξερε γιατί ήταν ακόμη εκεί. Το διάβασε δυνατά μήπως θυμηθεί αλλά μάταια. Ύστερα, γύρισε να κοιτάξει τη φωτογραφία της. Αυτή απλά έμεινε να τον κοιτάει με τα πράσινα μάτια. Δε θυμόταν τίποτα πριν από αυτήν μα δεν τον πείραζε. Δεν ήθελε να θυμηθεί. Ήταν σαν να βρισκόταν εκεί από πάντα.

Έμεινε να κοιτάζει τη φωτογραφία όταν τον διέκοψε το φως που μπήκε δειλά από το παράθυρό του. Δεν ήταν πράσινο. Είχε ξημερώσει. Ήταν μόνος του με τη φωτογραφία. Η κοπέλα έλειπε. Δεν ήξερε γιατί. Όταν ξεκίνησε η μουσική, ένιωσε ήδη καλύτερα και έπιασε την κιθάρα του. Σε κάθε νότα έπαιρνε μια ανάσα και ευχόταν να τον άκουγε.

Την πήρε τηλέφωνο.

«Μου λείπεις»

«Ο συνδρομητής που καλέσατε έχει φραγή εισερχομένων κλήσεων»

Συνέχισε να παίζει κιθάρα και πού και πού διαβάζε εκείνο το ποίημα που του είχε αφήσει στο γραφείο.

Ύστερα ξάπλωσε.

Έσκισε τη φωτογραφία. Έσπασε την κιθάρα.

Γράψε ένα σχόλιο