Της Αλεξίας Αθανασίου

    Μες στην ανία μου, ριγμένη στο
ντιβάνι ρούχο ξεχασμένο απ’ τη ζωή,
είδα το πεφταστέρι να ‘ ρχεται τους Ουρανούς διασχίζοντας
κι αυθόρμητα το χέρι μου ύψωσα χαιρετισμό να στείλω,
μα Εκείνο θάρρος παίρνοντας
περνώντας, ξαφνιασμένο, το _ ανοιχτό _ παράθυρο
στην πρόσφορη παλάμη μου καρφώθηκε, μεμιάς!

Διαμάντι, ή λίθος άγνωστος στη Γη
Χριστέ στη σάρκα ενσωματώθηκε στα νεύρα της ψυχής μου
και βάφοντάς το επιμελώς το καμουφλάρω κάθε μέρα
με μέηκ _ απ σε απόχρωση του δέρματος
( οι γύρω να μην ξέρουν. )

Μα όταν βραδιάζει τη βαφή ( με πόση λύσσα! ) διώχνω,
να ελευθερώσω θησαυρό μου να χαρώ•
κι Εκείνο δείχνει μου φυτά που δεν γεννήθηκαν στη γη
νερά που ουδέποτε στη γη γελάσαν•
λάμψεις αισθήσεων ευωδιές
που είδ’ ερωτεύτηκε προσπέρασε στη διάρκεια της ζωής του•
Κόσμους Γαλήνης τέλειας Ομορφιάς που ρίγισμα κερνάνε
κι όμοιους τους στα όνειρά μου μόνο ( σπάνια ) χαίρομαι,
μα σαν πεθάνω Στέμμα τους ελπίζω να στεφθώ.

_

Η Αλεξία Αθανασίου είναι Κερκυραία. Γράφει ποίηση & επ. φαντασία.
(Κάποια εργογραφία της υπάρχει στην ηλ. διεύθυνση Greek SciFi & fantasy wiki / Αλεξία Αθανασίου.)

Γράψε ένα σχόλιο