Αν το βιβλίο αυτό ήταν ένα αγαπημένο ποίημα, θα ήταν “ο κύκνος” του Άγγελου Σικελιανού:

“Γυναίκα κύκνε, που
αρμενίζεις πλάϊ στη ζωή μου
τώρα, αργά σα στη γαλήνη μιας
λίμνης, που απ’ τα βάθη της
γελάει, γιατ’ είναι ειρήνης
δρόμος, κι’ είναι κλίνη λατρείας
πλατιά. Κι’ αν κάποτε φυσήσει
σφοδρός αγέρας και την άπλα
εκείνη ταράξει από τα θέμελα
εμείς ίσοι και ακέραιοι, στη χαρά
και στην οδύνη, κύκνε γυναίκα
με φτερό ανοιγμένο πλατύ θε να
το οργώσουμε τ’ αγέρι του
μόχτου, και θα γίνει
ευλογημένο. Κι’ αδιάκοπα
πετώντας, πάντα ταίρι, μεσ’ τα
ουράνια βαθιά, στο μοιραμένο
στο δικό μας θα φτάσουμε
τ’ αστέρι.

 

14492569_648839291944831_4473348274731523924_n

Ο Γιάννης Σγουρούδης στην δεύτερη του συλλογή, αφαιρώντας κυρίως στο ποιητικό σώμα, μας χαρίζει ένα ταξίδι, κάπου εκεί στη βάση του λαιμού όπου ο έρωτας βλασταίνει, ενα ταξίδι με όχημα τις ρίζες που απλώνουν τα δέντρα στον ουρανό, εκεί που Δεν υπάρχουν όρια Μονάχα δίψα Δίψα για την πανάρχαια ηδονή, Εκεί που αρκεί μια χούφτα αμύγδαλα για τη σελήνη και οι γυναίκες είναι απαράλλαχτες η θάλασσα. Μας δίνει μια ερωτική κατάθεση, μια λειτουργία για τη λατρεία της Μίας, λειτουργία η οποία ξεφεύγει από τα δώδεκα σκαλοπάτια και αποκτά συμπαντικές διαστάσεις. Γιατί εκεί ψηλά ίσως γεννιέται ο έρωτας. Το να γράφεις ποίηση, σε οποιαδήποτε εποχή, σε οποιοδήποτε επίπεδο και ύφος, προϋποθέτει μια τέτοια φόρτιση που να μπορεί να αναμετρηθεί με τα πολλαπλά πρόσωπα της ζωής. Ποιητικές προσπάθειες όπως αυτή, είναι αναγκαίες γιατί συνδιαμορφώνουν μία γενιά νέων δημιουργών που επιδιώκουν να δώσουν καινούριους προσανατολισμούς σε θέματα που απασχολούν εδώ και αιώνες την ανθρώπινη δραστηριότητα, να δουλέψουν με διαφορετικό τρόπο τα αρχέγονα υλικά της κοινής μας αγωνίας. Ο γράφων , χτίζει με λέξεις εικόνες και συναισθήματα, έναν κόσμο, που παρότι ο ίδιος έχει τον ρόλο του μύστη, μας επιτρέπει να γίνουμε κι εμείς κοινωνοί αυτής της τελετουργίας, Από τη στιγμή που εισερχόμαστε στην αναγνωστική εμπειρία του ποιητικού κειμένου το οποίο καταθέτει. Γινόμαστε συμμέτοχοι στις εικόνες που μας γεννάει, το δέρμα μας μεταμορφώνεται σε χρυσόσκονη που πάνω του φυτρώνουν τα δέντρα και τα χόρτα και τ´ αστέρια, ταυτιζόμαστε με τις ιδέες και τα πάθη του, Για να θυμίζουμε αργότερα, πως η σκάλα θα στέκει πάντοτε πάνω στη γη για εμάς που κοιτούμε κατάματα τον ήλιο χωρίς να θολώνει η ομορφιά μας. Τα ποιήματά του, δεν είναι παρά η αποτύπωση ενός μηνύματος διαφόρων συναισθημάτων σε ένα τοίχο, στον οποίο περαστικοί σταματάμε και αποκωδικοποιούμε με ένα δικό μας τρόπο, κατά την ανάγνωση, έναν Τρόπο Ερωτικό. Και είναι τόση διάσπαρτη αυτή η τρυφεράδα στους στίχους του,ανάμεσα στο πριν και στο τώρα, ώστε να αγωνιά μην χαθεί αυτή στο μέλλον από την ποιηση, ” οι ποιητές τριγυρνούν τα βράδια ζητώντας εκδίκηση για τον χρόνο που τους στέρησαν ” να μην χαθεί αυτή η καταθεση για τη δυνατότητα της επιστροφής, τη μνήμη και την απώλεια, την ένταση των επίκαιρων, τον στατικό παροξυσμό, την απαξίωση του πραγματικού μέςα απ´ την μνήμη του βιώματος και την μνήμη αυτού που δεν έχει ακόμη βιωθεί. Το βιβλίο αρχίζει με τον δηλωτικό τίτλο “Οι ευχες του πάθους”, προοίμιο μιας ποιητικής σύνθεσης δώδεκα λεπίδων στην οποία ηγείται σαν χαλάκι εξώπορτας, το: “Καλώς ήρθες στον κόσμο μου ξένε “. Κάπου ανάμεσα σε φθορά και στην επιζητούμενη πλέον αφθαρσία, αποφασίζει να αναμετρηθεί, με αυτό που κάποτε είχε καταχωνιάσει στο βαθύ του υποσυνείδητο, την απώλεια ή το φόβο για αυτήν, και θέτει ένα πλέγμα εμπειριών και παραδοχών. Είναι τέτοια η δομή του ανθρώπου Που εις γνώσιν του πληγώνει Και εις γνώσιν του σταυρώνει. Το ποιητικό υποκείμενο υποφέρει. Υποφέρει από ταφές και μέρες γενέθλιες αποτελεσμάτων ακλόνητων Εκείνο το κορίτσι Απ’ τα μαλλιά της Τα καλοκαίρια πέθαινα. Υποφέρει από στραγγαλισμένα γέλια προστακτικών Να κρεμιέσαι απ’τα χέρια άλλων , και εβδομάδων κυλιόμενων, απ’ ανοιγμένα πόδια ημερολογίου ζώσων ψυχών και βατών δρόμων ,Θα προτιμούσα να χορεύεις στην βροχή Και πάλι ελεύθερη να ‘σαι, κι από σαν του Χριστού στεφάνια και στερνά πικρόγελα: Τώρα πήδα Δεν θα σε πιάσει κανείς Μονάχα ο πόνος. Τα όνειρα, οι βιωμένες εικόνες, οι ήχοι, οι αισθήσεις, κάποιες ιδέες, τα συναισθήματα και οι μορφές, δημιουργούν εδώ ιστορίες, το περιεχόμενο των οποιων έχει τη λογική αλληλουχία της φυσικής πραγματικότητας-σκάλας, της σκάλας, που συνάμα όμως μεγαλώνει πέρα από τον έλεγχο αυτού που την δρασκελίζει. Ο ποιητής είναι αυτός που δημιουργεί την εξαίρεση σ’ αυτό, που φτιάχνει το συνειδητό όνειρο, για να είναι σε θέση να αλλάξει το περιβάλλον του, να ασκήσει ο ίδιος τον έλεγχο στις διάφορες πτυχές αυτού του περιεχομένου του και να ντύσει το ιδεατό σε μια αντιληπτή μορφή μέσω των συμβόλων. παραδεχθήκαμε ότι είμαστε αδύναμοι απέναντι Στους φόβους μας Εξαϋλωθήκαμε σε όνειρα Κι ενώ όλη η σύνθεση μοιάζει μονοθεματική, στην πραγματικότητα μας προσφέρει διαφορετικά επεισόδια του ίδιου φαινομένου, διαφορετικά καρέ του ίδιου φιλμ, όλα δεμένα μεταξύ τους σαν ψηφίδες που συνταιριάζονται και δημιουργούν την ευρύτερη συμβολική τραγική εικόνα, ρωγμές διάσπαρτες όπου καρατομεί το έσω κτήνος. Εκεί που τα χνώτα μας Διψάνε για συντροφιά Εκεί Ακριβώς Μένουμε μόνοι. Ο ποιητής ενδιατριβεί σ’ έναν εσωτερικό μονόλογο και φθάνει να οδηγείται στο πέρα του δρόμου των ονείρων, Ακολουθεί την έξοδο προς το φως της πλατωνικής σπηλιάς, εκτρέπεται, παρεκτρέπεται και την υπερβαίνει, αγγίζοντας το μη ορατό. Γραφή σε α’ πρόσωπο. Παραληρηματική σχεδόν λογω αμεσότητας, γρήγορη και αποτελεσματική που δεν ενδιαφέρεται για τα “πρέπει” που φορτώθηκε η ποίηση, Γλώσσα δωρική οργανικά και καθόλου εντυπωσιοθηρική, με μια δυναμική, τετοια που συνιστά ένα ισχυρό πεδίο εντός του οποίου κινεί το “εγώ” και τα προστάγματά του,Γλώσσα που αναζητάει απελπισμένα την επικοινωνία, με όλα τα μόρια και όλα τα λάβαρά της, αντιθέσεις που δημιουργούν νοηματικές εκρήξεις που υπερβαίνουν τα στενά πλαίσια της αληθοφάνειας, η εκδίκηση λάμπει στα μάτια του πληγωμένου Ερωτεύσιμη μέχρι την τελευταία σταγόνα, Το βράδυ Που το φως θα μπει από μια χαραμάδα Το σώμα σου θα πράττει Όσα για χρόνια ήταν ανέφικτα, ουτοσώστε η θεματολογία των ποιημάτων της συλλογής να μην είναι μόνο υπόθεση βάθους αλλά και ύψους. Για να μπορέσουμε να δούμε τον άνθρωπο, που μέσα του όλους τους ανθρώπους κουβαλά, και τ´ άστρα. Δεν ξέρουν πως νικήσαμε Και σταθήκαμε Το ξημέρωμα στο ψηλότερο βουνό και είδαμε τα όνειρά μας να ανατινάζονται στο πρώτο φως. Συλλογή πλήρης πατημάτων ελευθέρας αιχμαλωσίας. Η κάθε λέξη γίνεται σκαλί για να βηματισει η επόμενη, μετρώντας πόσος θάνατος περισσεύει πριν και μετά από κάθε ποίημα. Η απελπισία φέρνει τη ζωή, Η ζωή φέρνει την Άνοιξη, η Άνοιξη τη βροχή, η βροχή τη δίψα, η δίψα το φιλί, το φιλί τη λήθη, η λήθη την ελπίδα, αφού οι άνθρωποι είναι προορισμένοι να υπάρξουν πρώτα μέσα στη σκιά της φυσικής τους ύπαρξης, στα ονειρα να τελματώσουν και μετα να βγουν με μια σκάλα καθαροί εξω από αυτά, στον ήλιο. Γι αυτο και ο ποιητης μας, ισως χρειάζεται λίγη μέριμνα: μια χούφτα απλωμένη να παραστέκει στο δέντρο, ή έστω μια ξαφνική περιφρόνηση που θα τον κάνει να τα ξεχάσει όλα, σαν τη μυρωδιά των δροσερών λουλουδιών τα βράδια να τον παρηγορεί για την ίδια τη ματαιότητα, αφού Όλα τα πήρε εκεινη, δεν έχει τι να μοιράσει στους υπόλοιπους Που συναντά Μόνο λουλούδια άγρια Για να τους δείξει από τι φτιάχτηκε ο έρωτας. Ποιος είναι ο κύριος, ο κύριος εκεί πάνω; Υπάρχει ένα χέρι που να δεχτεί το λιόγερμα; Πώς μπορώ να δω τα μάτια σου μέσα σε τόσο φως μιας μέρας που πεθαίνει από δίψα; Υπάρχει ένα χέρι που να σε δροσίσει θάλασσα; Πόσο ψηλά ανεβαίνει ο μάγος; Σώνεται η φωνή στο μέσα μάκρος; Ποια ευφροσύνη δεν σου παραστέκει; Κι εκείνος, κι ο πιο πέρα, όλοι μοναχικοί; Πώς κυματίζει ο ουρανός στην ακοή των λυπημένων; Τα σύννεφα στις κορυφές είναι λιλά; Έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη; Οι θεοί μας είναι από πηλό; Στην άκρη του γκρεμού σε προλαβαίνει ο έρωτας; Τα όνειρα είναι κλήματα μεσ´ στην καρδιά; Εκδικούνται το χώμα σκοτώνοντας εμάς; Ο σώζων εαυτόν σωθήτω; Είναι ο παραδεισος μελαχρινό τοπίο; Κι έτσι κάποτε, αγχώδεις και ασθματικοί -γιατί οι ανθρωποι το ελάχιστο θέλησαν και τους τιμώρησαν με το πολύ-, φτάνουμε στο Εκεί, μέλη και στίφη, γεωμετρικές σκιές του έργου που παίζεται σ´ όλους τους κινηματογράφους της πόλης. Εκεί, στο δωδέκατο σκαλί που το κορμί σε βρίσκει πιο γαλάζιο, -σ´ ένα τοπίο πραγματικό σαν το νησί των θησαυρών- σε απόσταση αδυναμίας, εκεί, την ώρα που καίγεται η στιγμή σαν το παλιόχαρτο, φτάνουμε ικέτες, μήπως και σκαφτεί ένα λακκάκι να θάψουμε μέσα του αυτό, Το αδηφάγο και βασανιστικό Αυτό, Το πάντα πεινασμένο. Κι ύστερα, για να κλαδευτεί ο ύπνος, να κλείσουν οι δίοδοι του Άδη, το χώμα απ’ τα μάτια και τ’ αυτιά. Εκεί που ανασταίνονται σε υπέρυθρα τοπωνύμια Χιονάτες ανεπιστρεπτί κι ο ουρανός είναι εφτά φορές γαλάζιος. Γι αυτό, τούτη η καθαρότητα είναι και πάλι η πρώτη αλήθεια, η τελευταία μας θέληση: Σηκωθείτε Να φτάσουμε εκεί Που κανείς δεν τόλμησε να φτάσει. Σε κάποιες εξομολογήσεις επιτρέπεται να ματώνουν μετά από ταξίδια. Ξεχερσώνεις λίγο απ´ το μπλε για επίδεσμο. Τα σπουδαία είναι ουρανός μές στο κεφάλι. Ύστερα πιάνεις ξηρά. Η θάλασσα συνεχίζει να παλινδρομεί στην ακτή, κ’ εμείς, κατά τον άλλον ποιητή, ωραίοι φρεσκολουσμένοι απ’ τα δικά μας νερά αναδυμένοι στο φώς και στο σώμα τούτης της Γής. Aφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας ,Εκείνο το κορίτσι γνωρίζει Όσα εγώ δεν πρόλαβα σήμερα να σας πω.

_

Η Ειρήνη Καραγιαννίδου γεννήθηκε στη Δράμα. Σπούδασε νομική και ζει στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδόσει μια ποιητική συλλογή με  τίτλο Οι τέσσερις  εποχές του [Α].

Γράψε ένα σχόλιο