Του Χριστόφορου Τριάντη

Φυλακισμένοι είμαστε
σ’ ένα μεγάλο προαύλιο.
Και με τους φύλακές μας
το ίδιο γίναμε (εδώ και καιρό).
Διαφορές δεν έχουμε μεταξύ μας,
ούτε και με τους πρίγκιπες
που -λογικά- αιώνες
μας κυβερνούνε.
Χάθηκαν οι ταξικές διαφοροποιήσεις
στους δρόμους
της συνήθειας  και των λογαριασμών.
Ο χρόνος με τον θάνατο
πλέον ταυτίστηκαν (ελλείψει άλλου δέους)
και μορφή σαν του Σίσυφου πήρανε,
γελώντας απ’ τους φανοστάτες.
Ευτυχώς, οι προαυλιζόμενοι κρατούνε
κάτι απ’ τον χαρακτήρα τους.
Κι όταν βγαίνει το φεγγάρι,
αρπάζουνε έναν ρόλο,
κοιτάζοντας οθόνες (απλανώς)
και τύχης τραπουλόχαρτα (προσηλωμένοι).
Να, οι πρώην ναυτικοί
ξέχασαν τη θάλασσα
και τις γριές μανάδες τους σέρνουν (νοερώς)
στα παραπήγματα.
Οι δάσκαλοι πρόλαβαν
να βάψουν τα μαλλιά τους.
Είναι το μάθημα
που προσφέρουν
στους προαυλισμένους.
Οι άρχοντες (ευρύτεροι και τοπικοί)
δείχνουν την κατεύθυνση: απολήξεις,
φωνάζοντας: υπάρχει μέλλον!
Στα ανήλιαγα τραπέζια,
οι εργάτες βρίζουν
μοίρες κι ερωμένες
που ανύπαρκτες
φάνηκαν τόσον καιρό.
Και οι πανδοχείς
βρόμικα σεντόνια
έχουν συντροφιά
και μασκαρέματα πάσης φύσεως.
Οι έμποροι ακόμα σκέφτονται
τιμές, τέκνα κι αισθήματα,
με σοβαροφάνεια και ταχύτητα περίσσια .
Να!
Φαίνονται κι οι προβατοτρόφοι.
Μέχρι θανάτου μισούν
δέντρα, αετούς και στοχασμούς.
Αλλά και τα παιδιά
μοιάζουν πολύ με
τους προαυλισμένους .
Ούτε τον ήλιο –κατάματα- κοιτούν,
ούτε τον ουρανό.
Μόνιμα, επιθυμούν (κι αυτά)
στο μεγάλο προαύλιο να ζουν.
Είναι -όντως- ένας  στόχος …

Γράψε ένα σχόλιο