ΜΑΡΙΝΑ

Με την πρώτη ματιά η Μαρίνα δεν έδινε την εντύπωση και του πιο καλοσυνάτου ανθρώπου. Ψηλή, ξερακιανή με φαρδύ πρόσωπο και ευθύ βλέμμα.  Μπαίνοντας στον θάλαμο δεν έριξε ούτε μία ματιά στις υπόλοιπες γυναίκες. Κάθισε στο αχυρένιο στρώμα που της είχαν ετοιμάσει, ύστερα τακτοποίησε τα πράγματά της σε μια παλιά ξεχαρβαλωμένη ντουλάπα, άκουσε τη δεσμοφύλακα να της λέει τον κανονισμό και όταν αυτή έφυγε, ξάπλωσε ανάσκελα και κόλλησε το μαύρο βλέμμα της στο μαύρο ταβάνι.

Αυτό που εντυπωσίασε τις υπόλοιπες κρατούμενες ήταν τα μαλλιά της. Η Μαρίνα είχε μια παχιά αφάνα, φουντωτή και σκληρή έτσι που έκανε το κεφάλι της να μοιάζει θεόρατο.

Οι πρώτες μέρες ήταν ανιχνευτικές. Η Μαρίνα δεν μιλούσε σε καμιά τους. Αυτές άρχισαν να ασχολούνται όλο και περισσότερο μαζί της και να ψιθυρίζουν στο πέρασμά της.  Η Φρειδερίκη, αρχηγός της ομάδας,  θέλοντας να μάθει περισσότερα για την καινούργια κρατούμενη, άφησε για λίγο τις συντρόφισσές της και πλησίασε στο κρεβάτι της καινούργιας. Έμεινε για λίγο στο κάτω μέρος του κρεβατιού  περιμένοντας ένα σημάδι ότι η άλλη την είχε προσέξει. Ύστερα την ρώτησε:

«Πώς σε λένε;»

«Μαρίνα» απάντησε αυτή χωρίς να σαλέψει.

«Εγώ είμαι η Φρειδερίκη. Και γιατί σ’ έφεραν εδώ;»

Δεν πήρε καμία απάντηση.

Η Φρειδερίκη σηκώθηκε, ίσιωσε τη φούστα της, την κοίταξε και της είπε:

«Ίσως είσαι η μόνη  που μπορεί να μας βοηθήσει».

Δεν υπήρξε καμία αντίδραση στο πρόσωπο της Μαρίνας. ΄Ηταν όμοια με κέρινη κούκλα.

Την  επόμενη μέρα και ενώ οι γυναίκες βρίσκονταν στο μικρό προαύλιο η Μαρίνα πλησίασε τη Φρειδερίκη. Απότομα  όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της. Η Μαρίνα είπε με δυνατή φωνή

«Θέλω να βοηθήσω».

Μέσα στις επόμενες μέρες η Μαρίνα γνωρίστηκε με τις άλλες γυναίκες. Δεν την ενοχλούσε όταν την ρωτούσαν γιατί βρισκόταν εκεί.  Τους αποκάλυψε ότι έτσι έπρεπε να γίνει.  Η ζωή της είχε γίνει ένα μαρτύριο. Πάνω σε μια στιγμή απελπισίας πήρε το μαχαίρι και του το κάρφωσε στο λαιμό. Δεν άντεχε άλλο να την χτυπάει και να την βρίζει. Η ζωή της ήταν αφόρητη γι’ αυτή και το παιδί της. Δεν μπορούσε όμως να κάνει αλλιώς. Αυτός της πρόσφερε τα βασικά για τη διαβίωσή τους αλλά ταυτόχρονα την έστελνε να κοιμάται με όλο και περισσότερους άντρες. Δεν το άντεχε άλλο αυτό. Προσπαθούσε να του εξηγήσει αλλά αυτός επέμενε και όχι μόνο. Την χτυπούσε βάναυσα.

Οι ιστορίες των υπολοίπων αφορούσαν μικροκλοπές και παραβάσεις του νόμου. Κάποιες κρατούμενες σε περίπου  ένα με ενάμισι χρόνο θα αποφυλακίζονταν.

Η Μαρίνα ήξερε ότι θα έπρεπε να συμβιβαστεί μέχρι το θάνατό της με το να ζει μέσα στο μοναχικό κελί της, να κοιμάται στο άβολο αχυρένιο στρώμα της  και  να βλέπει το μαύρο ταβάνι της ώρες της περισυλλογής της. Δεν παραπονιόταν όμως. Ήταν πολύ καλύτερα έτσι.

Το μόνο σημείο που την πονούσε ήταν η απουσία της κόρης της. Υπήρχαν φορές που η απουσία της ήταν τόσο έντονη  που είχε σκεφτεί να αυτοκτονήσει.

Στις καθημερινές τους συζητήσεις ανακάλυψαν ότι όλες είχαν  από μία ή δύο κόρες. Επίσης σε όλες άρεσε η μαγειρική και η ζαχαροπλαστική. Ειδικά η Φρειδερίκη ήταν ξακουστή στη γειτονιά της για τα σιροπιαστά της γλυκά. Όταν θα έβγαινε είχε σκοπό να ανοίξει ένα μαγαζί μαζί με τις κόρες της και να πουλούν χειροποίητα  γλυκά.

Καμία δεν σταματούσε να ονειρεύεται και να εύχεται ένα καλύτερο μέλλον όχι γι’ αυτές τις ίδιες αλλά  για τις κόρες τους.

Ευχή τους και κατάρα τους καμία τους να μην αναγκαστεί να περάσει όσα πέρασαν οι ίδιες. Να μην τα φέρει ποτέ έτσι η ζωή σ’ αυτές, έλεγαν κάποιες.

Η Φρειδερίκη ενημέρωσε τις υπόλοιπες ότι έπρεπε να κινηθούν γρήγορα και χωρίς να κινήσουν υποψίες.  Εξήγησαν στην Μαρίνα τι ακριβώς έπρεπε να κάνει και αυτή συμφώνησε.

Δεν πέρασαν πολλές μέρες και η Μαρίνα μ’ ένα χαμόγελο ευτυχίας στα χείλη της κάθισε δίπλα στις άλλες τρόφιμες. Μετά το γεύμα μαζεύτηκαν σε ένα μικρό κύκλο, η Μαρίνα στη μέση έσκυψε λίγο και έβγαλε από τα φουντωτά της μαλλιά ένα μολύβι. Το έδωσε αμέσως στη Φρειδερίκη, η οποία με γρήγορες κινήσεις  το έβαλε στην μπότα του αριστερού της ποδιού.

Στο εντωμεταξύ η Φιλιώ, μέλος και αυτή της παρέας, είχε κρύψει κάτω από το στρώμα της ένα τετράδιο, σε καλή κατάσταση.

Την επόμενη κιόλας μέρα άρχισαν να συζητούν τις λεπτομέρειες. Όλες συμφώνησαν ότι ήθελαν να γράψουν λίγα λόγια στις κόρες τους. Το επόμενο βήμα ήταν να αποφασίσουν ποια θα ξεκινούσε πρώτη.

Καμία δεν ήθελε να κάνει την αρχή.

Δεν ήταν σίγουρες τι ακριβώς ήθελαν να γράψουν. Κάποιες σκέφτηκαν  να γράψουν για τους λόγους της κράτησής τους, άλλες πάλι ήθελαν να γράψουν για την αμέριστη αγάπη τους στις κόρες τους, άλλες ήθελαν να γράψουν πως μετάνιωσαν για ότι έκαναν.  Για όλες όμως ήταν δύσκολο να γράψουν. Θα έπρεπε επίσης να είναι σύντομες έτσι ώστε το μολύβι να φτάσει για όλες.

Η Τασία, μέλος της παρέας, λιγομίλητη και πάντα μαζεμένη είχε το θάρρος να ξεκινήσει πρώτη. Η απόφαση της αυτή ξάφνιασε τις υπόλοιπες.

Με πολύ διακριτικές κινήσεις και προσέχοντας να μην μικρύνει πολύ το μολύβι η Τασία ξεκίνησε να γράφει. Όταν τελείωσε και το ανακοίνωσε οι άλλες τρεις κοιτάχθηκαν συνωμοτικά.  Άρχισαν να αναρωτιούνται για το ποια θα ήταν η επόμενη.

H Φρειδερίκη πλησίασε διστακτικά την Τασία και την ρώτησε ευγενικά αν θα την πείραζε να ρίξει μια ματιά στο γραπτό της. Η Τασία το θεώρησε μεγάλη τιμή.

Η Μαρίνα πήρε το τετράδιο τελευταία. Με το τετράδιο και το μολύβι στο χέρι προχώρησε προς το κελί της. Κάθισε κάτω από το παράθυρο ξεφυλλίζοντας το τετράδιο, χωρίς να διαβάσει τι είχαν γράψει οι υπόλοιπες. Στην πραγματικότητα δεν την ένοιαζε καθόλου τι είχαν γράψει. Οι δικές τους έγνοιες, οι δικές μου έγνοιες,  σκέφτηκε.

΄Ανοιξε το τετράδιο τυχαία σε μια λευκή σελίδα. Παρατήρησε ότι λεπτές ακτίνες ήλιου έπεφταν πάνω στη λευκή σελίδα.  Το γεγονός αυτό την έκανε να χαμογελάσει και έφερε στο νου της την εικόνα της κόρης της. Λεπτοκαμωμένη,  με δύο κατάμαυρα ματάκια, ξανθά φουντωτά μαλλιά  και δύο αραιά μπροστινά δοντάκια. Θυμήθηκε το τελευταίο επισκεπτήριο και τον τρόπο που την αγκάλιασε. Σαν να μην ήθελε να ξεκολλήσει από κοντά της. Ούτε και αυτή ήθελε να την αφήσει από την αγκαλιά της. Μύρισε τα φρεσκολουσμένα μαλλιά της και την φίλησε απαλά στο μάγουλο.

Έκλαιγε όλο το βράδυ με αναφιλητά.

Θυμήθηκε όλα αυτά και άρχισε να βουρκώνει. Κοίταξε έξω από το καγκελωτό παράθυρο και  τότε άρχισε να γράφει.

Το τετράδιο αυτό βρέθηκε την δεκαετία του 1950 στα χέρια της κόρης της Μαρίνας. ΄Ηταν ένα φθαρμένο τετράδιο που περιείχε τρεις συνταγές μαγειρικής και ένα ποίημα.

Το ποίημα απευθυνόταν στη Ρόζα, κόρη της Μαρίνας.

Υπήρχε και αφιέρωση:

Στην αγαπημένη μου κόρη, το φως της ζωής μου.

Όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται, φέρτε τα σε μένα

Όλα πρέπει  στη φωτιά να καούν,

Τραβάω σα μαγνήτης τη ζωή και το θάνατο

Για να τα προσφέρω, δώρο  πενιχρό, στη φωτιά μου.[1]

 

Φως μου  σε αγαπώ πολύ.

Η μητέρα σου Μαρίνα.

 

[1] Το ποίημα ανήκει στην Ρωσίδα ποιήτρια Μαρίνα Τσβετάγιεβα.

Γράψε ένα σχόλιο