tumblr_oe4hknbbek1tl7ewno1_500

Σε μια ξεχασμένη πόλη. Σε μια φθαρμένη πολυκατοικία. Σε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα. Κάπου εκεί ζούσε ο εραστής.

Σήμερα το απόγευμα επικρατούσε ένα χάος στη γειτονιά του. Άνθρωποι πουλημένοι από τη ζωή, είχαν έρθει για να διαδηλώσουν. Μικρά παιδιά έπαιζαν πετροπόλεμο με τους αστυνομικούς. Άνθρωποι βαμμένοι στο αίμα, προσπαθούσαν να ξαναβρούν το χαμένο τους δίκιο.

Εκείνος. Εκείνος ξύπνησε νωρίς. Για μια ακόμη φορά ανέβαλε τις υποχρεώσεις του. Βέβαια με την κατάσταση που επικρατούσε εκεί έξω δεν μπορούσε να πάει πουθενά. Ήταν σαν φυλακισμένος.

Ήξερε καλά τη σημασία αυτής της λέξης και χασκογελούσε ειρωνικά, όπως έκανε συνήθως, όταν τη σκεφτόταν.

Το γραμμόφωνο ακόμη έπαιζε το almost blue. Ακόμη η θύμηση της από χθες το βράδυ ήταν ολοζώντανη μέσα στο δωμάτιο. Σαν τίποτα να μην ξεχάστηκε. Σαν να μην έχει περάσει ούτε ένα λεπτό, από την στιγμή που έφυγε στα κρυφά, αφήνοντας πίσω της το άρωμα της.

Ένιωθε τόσο ζαλισμένος. Τόσο ζωντανός. Ήθελε τόσο πολύ να συγκρατήσει την κάθε λεπτομέρεια από την χθεσινή βραδιά. Να την γδύσει και να την ντύσει από την αρχή σε ένα τραγούδι, σε ένα ποίημα, σε ένα μυθιστόρημα. Σε μια ολόκληρη καρδιά, γεμάτη από συναισθήματα για την ερωμένη.

Δεν μπορούσε να ξεχάσει όλες εκείνες τις λεπτομέρειες. Όταν εκείνη μέσα στην βροχή, τον περίμενε στην εξώπορτα της πολυκατοικίας. Ξαφνιάστηκε όταν την είδε. Ένιωσε τέτοια αμηχανία. Πιο πριν βρισκόταν σε ένα event που τον είχαν καλέσει φίλοι. Μόλις είχε ανταλλάξει βλέμματα, ένα φιλί, ένα άγγιγμα, χωρίς να το περιμένει, χωρίς να το θέλει στα αλήθεια. Απλά και μόνο για να ξεχαστεί.

Την έβαλε γρήγορα στο σπίτι του. Άναψε την θέρμανση και της έδωσε μια ρόμπα που είχε, για να ζεσταθεί. Για δέκα ολόκληρα λεπτά δεν αντάλλαξαν ούτε μια λέξη. Ο εραστής είχε μάθει πως ποτέ δεν υπάρχει κατάλληλη στιγμή για να της μιλήσει. Μόνο εκείνη μπορεί να ορίσει τα πάντα. Να ξεκινήσει το σκάκι από εκεί όπου το σταμάτησε.

Η ερωμένη σηκώθηκε όρθια. Κοντοστάθηκε δίπλα στο παράθυρο. Τον κοιτούσε. Τον παρατηρούσε με τέτοια προσήλωση. Με τέτοιο πάθος. Που θα έλεγε κανείς, πως ένιωθε τυχερή που είχε καταφέρει έστω και για λίγο να κάνει το κορμί του δικό της. Για την δική της απόλαυση και μόνο. Αυτό όμως ήταν μια ψευδαίσθηση. Ήξερε καλά μέσα της, πως κανείς δεν ανήκει σε κανέναν.

Ο εραστής πήγε αλλού το βλέμμα του. Ντρεπόταν να την κοιτάξει ολοκάθαρα στα μάτια. Λες και είχε κάνει κάποια σκανταλιά.

Είχαν σταματήσει αυτές οι συναντήσεις εδώ και πολλές εβδομάδες. Χωρίς λόγω και αφορμή. Απλά είχε εξαφανιστεί, χωρίς να του δώσει κάποιο σημάδι της.

Για μια στιγμή που ένιωσε και αυτή το ίδιο άβολα με εκείνον, το βλέμμα της πήγε κατευθείαν στους δίσκους του. Στο παλιό και φθαρμένο του γραμμόφωνο. Στο δωμάτιο τίποτα δεν είχε αλλάξει. Όλα βρίσκονταν στο ίδιο σημείο. Πεταμένα και άδεια μπουκάλια από ουίσκι στο κομοδίνο. Άδεια πακέτα από τσιγάρα κάτω στο πάτωμα. Τα ρούχα του σαν κουβάρι μέσα στην ντουλάπα. Οι τοίχοι το ίδιο φθαρμένοι όπως πριν, με τον ιστό των αραχνών να φαίνονται στις γωνιές. Βιβλία παρατεταμένα στο τραπέζι, μαζί με τους δίσκους.

«Δεν περίμενα πως είχες κρατήσει ακόμη τον δίσκο που σου χάρισα» είπε με έκπληξη και συγκίνηση η ερωμένη. Ήταν ένας δίσκος του Chet Baker, που του είχε δώσει στα γενέθλια του. Κάτι εντελώς διαφορετικό από τους δίσκους που επέλεγε να ακούει.

«Μου είχες πει κάποτε, πως θέλεις να έχω κάτι δικό σου. Κάτι για να σε θυμάμαι, έστω και αμυδρά.»

Πήρε τον δίσκο. Τον μύρισε. Τον πήρε στην αγκαλιά της. Χάιδεψε σαν μικρό παιδί που εξερευνά για πρώτη φορά το γραμμόφωνο και τοποθέτησε τον δίσκο.

Εκείνη την στιγμή ήταν μόνο οι δυο τους. Κανένας δεν μπορούσε να αποσπάσει την έλξη που ένιωθαν εκείνη τη στιγμή, καθώς έπαιζε το αγαπημένο της κομμάτι.

Ήρθε κατευθείαν στην αγκαλιά της. Δεν την άφησε να μιλήσει. Της έλειπε. Το γνώριζε καλά.

«Το θυμάσαι; Που προσπαθούσες να μου τραγουδήσεις το “my funny valentine”;»

«Ίσως.» της είπε με ένα υπονοούμενο μικρού παιδιού.

Έβαλε τα χέρια του γύρω από τη μέση της. Και άρχισαν να χορεύουν στο ρυθμό της μουσικής. Σαν δυο θαμώνες ενός καμπαρέ.

«Ο χορός σου έχει φτιάξει», του είπε πειραχτικά.

Δεν της έδωσε καμιά απάντηση. Απόμεινε στο να την κοιτάει στα μάτια. Σαν να ήταν η τελευταία φορά που τα αντίκριζε. Άρχισε να της χαϊδεύει το πρόσωπο με τα δάκτυλα του δεξιού του χεριού. Και εκείνη ζαλισμένη από έρωτα, περίμενε για ένα του φιλί.

Ένα φιλί που και οι δυο αποζητούσαν με απόγνωση. Δυο λέξεις που κανένας τους δεν τόλμαγε να ξεστομίσει.

«Εγώ..» είπε η ερωμένη

«Δεν…» πρόλαβε να πει ο εραστής

«Δεν περίμενα πως είχες κρατήσει ακόμη το άρωμα. Νόμιζα πως το απεχθανόσουν.»

«Ό,τι θυμίζει εσένα, το δέρμα μου δεν το απωθεί» είπε με ντροπή.

Και χωρίς κανένα δισταγμό πλέον, φύλησαν ο ένας τον άλλον.

Για όλο το υπόλοιπο βράδυ έμειναν ξάγρυπνοι, ο ένας χωμένος στην αγκαλιά του άλλου. Για να μην ξεχαστούν με το ξημέρωμα της επομένης μέρας.

Και όντως δεν ξεχάστηκαν. Ποιος μπορεί άλλωστε να ξεχάσει τα αθώα συναισθήματα που έχει για έναν άλλο άνθρωπο.

Η ερωμένη αρκέστηκε στο να τον παρατηρεί την ώρα που τον είχε πάρει πλέον ο ύπνος, ενώ εκείνη ήταν χαμένη στις δικές της σκέψεις, στους δικούς της φόβους για το τι θα κάνει από εδώ και πέρα. Έπαιρνε μεγάλο ρίσκο  με το να έρθει εδώ. Όλοι θα την έψαχναν στο σπίτι και στη δουλειά, αλλά για μια στιγμή δεν την ένοιαζε τίποτα από όλα αυτά. Ήταν αδύνατον να τον ξεχάσει και ας μην του είπε ποτέ αντίο. Ποτέ ότι…

Δεν θα το έλεγε. Δεν θα έριχνε ποτέ τον γλυκό της εγωισμό.

Ο εραστής, αρκέστηκε σε εκείνη τη βραδιά, σε όλα εκείνα τα συναισθήματα που ήξερε ότι υπάρχουν.

Κάποια στιγμή ίσως να την ξανά έβλεπε. Ίσως να ξανά ήταν και πάλι μαζί. Ίσως όμως και όχι.

Μπορεί όμως μετά από πολλά χρόνια σε ένα καμπαρέ να ξανά αντικρίσουν ο ένας τον άλλο, όπως την πρώτη και την τελευταία τους βραδιά μαζί.

Γράψε ένα σχόλιο