Της Αλεξίας Αθανασίου

Οι Ονειροπόλοι
(στον ύπνο και τον ξύπνιο τους,)
Χρώματα πόθησαν να δουν ν’ ακούσουν Μουσικές
που δεν υπάρχουν• ( μα η ψυχή γνωρίζει.)

Ανάλαφροι, (φιγούρες του Σαγκάλ,)
θλίψης νικώντας τη βαρύτητα του πόνου
με μια ν’ Ανυψωθούν ζήτησαν σκέψη
σε ξεγνοιασιάς τον Ουρανό γαλάζιας.

Γαλήνιοι, όπως Εσύ Χριστέ μου,
(κεφάλι απ’ τα λασπόνερα των φόβων βγάζοντας)
σε Ύδατα να βαδίσουν ακυμάτιστα θελήσαν._
Σαν Κιβωτοί σε Όρος ν’ αράξουν Αραράτ.

Κυρίαρχοι, δικού τους Ασυνείδητου,
(το ανούσιο από τον ύπνο τους διώχνοντας τον εφιάλτη
ψυχή στους πόθους δίνοντας της ύλης σχήμα), θεϊκήν
ευχήθηκαν στη νύχτα τους Πληρότητα να βιώσουν.

Οι Νικητές! Όλα τα μπόρεσαν•
κι έπαψε ο ύπνος τους να ‘ναι σαν θάνατος _μια παύση_
χρόνος χαμένος τρόμων ορμητήριο. Τώρα, εκεί,
μια δεύτερη ζωή _μι’ Αληθινή Ζωήν_ ( όπως την θέλαν) ζούσαν.

(Αρχικά επεδίωκαν ένα γαλήνιο_ποιοτικό ύπνο. Σύντομα το συνειδητό
ονείρεμα μετατράπηκε σε τέχνη & spor. Επιζητούσαν το συναρπαστικό, το
σπάνιο, το αισθητικά τέλειο. Τέτοιου είδους ονειρέματα πωλούνταν και σε
άλλους να τα δουν με τη σειρά τους, ή να εμπνευστούν από αυτά. Πολλά,
επίσης, έγιναν ταινίες, ή τμήματα ταινιών. )

_

Η Αλεξία Αθανασίου είναι Κερκυραία & μένει μόνιμα στο Νησί των Φαιάκων. Ποιήματά της δημοσιεύονται σέντυπα & ηλ. περιοδικά.

Γράψε ένα σχόλιο