Ο πίνακας αποτελεί δημιούργημα του κ. Ron Hicks

Ο πίνακας αποτελεί δημιούργημα του κ. Ron Hicks

 

Τα χείλη της ήταν σφραγισμένα.

Σαν να ήξερε από την αρχή που την αντίκρισε, πως αυτό το κορμί ήταν γεννημένο για την δική του απόλαυση.

Αυτή πάλι, αρνιόταν να παραδεχτεί την έλξη που αισθανόταν για εκείνον. Καινούργια συναισθήματα την επισκέπτονταν κάθε βράδυ, έξω από το παραθύρι της. Ήταν θεριό ολάκερο. Ετοιμοπόλεμη, κάθε φορά κατάφερνε να τους ξεφύγει.

Εκείνος όμως ήξερε, πως η αλυσίδα θα σπάσει με τις εβδομάδες, τους μήνες, τα χρόνια. Γνώριζε καλά πως κάποια στιγμή αυτό θα συμβεί. Και θα ήθελε να είναι εκεί. Έτοιμος να της παραδοθεί, όπως και αυτή σε εκείνον.

Ορισμένα πράγματα θέλουν χώρο και χρόνο, για να αναπνεύσουν. Να νιώσουν πως είναι ελεύθεροι. Δεν μπορείς να γνωρίζεις τα βιώματα του καθενός. Τις συγκυρίες στις οποίες επιβιώνει. Τα καταφέρνει; Αυτό κανείς δεν μπορεί να το απαντήσει, ούτε καν ο ίδιος.

Πίστευε απλά στον έρωτα της πρώτης ματιάς. Του πρώτου άβολου αγγίγματος του σώματος, για να κρύψει την αμηχανία της.

Ήταν η ιδανική;

Αυτό είναι ένα από τα ρίσκα που πήρε. Πίστευε πως αν δεν τολμήσεις, έστω και για λίγο, για κάτι που θες, ποτέ δεν θα μάθεις την πραγματική του αξία. Και έτσι κινδύνεψε να χάσει τα πάντα για χάρη της. Ακόμη και την αξιοπρέπεια του.

Ήταν το φως του. Του έδειχνε το δρόμο προς την πηγή. Εκείνη χασκογελούσε με τα γλυκόλογα του. Δεν τον πίστευε, και γιατί άραγε να τον πιστέψει;

Ήταν ένας εραστής που ήξερε πώς να αναστατώσει το γυναικείο πλήθος. Εκείνος, πληγωμένος, της έλεγε πως ποτέ δεν υπήρξε κάποια που να κατάφερε να του κλέψει την μοναξιά. Να τον κρατήσει στο πλάι της.

Έφευγε πάντα την κατάλληλη στιγμή. Όταν το κενό εμφανιζόταν ξανά μέσα του. Όταν τίποτα δεν μπορούσε να αδρανοποιήσει για λίγο τις καταπιεστικές δυνάμεις, που του ασκούσε το μυαλό του.

Και το κυνήγι συνεχίστηκε, μέχρι αυτός να παραδοθεί στον ιερό σκοπό της δικής του διαδρομής. Χωρίς εκείνην. Χωρίς να έχει δεκάρα από ψυχή. Παρά μόνο μώλωπες σε όλο του το σώμα. Ένιωθε τέτοια ντροπή, σαν να ήταν κάποια αδυναμία του με φωνή, που εκδηλώθηκε. Κρυβόταν στο σκοτάδι, ακόμη πιο συχνά από πριν.

Και κάπως έτσι, όλα ανατράπηκαν. Το παιχνίδι των σφραγισμένων χειλιών είχε πάρει άλλη τροπή. Όταν τα φώτα έσβηναν, και το σκοτάδι είχε πλέον εγκατασταθεί, εκείνη ξαγρυπνούσε. Κάθε βράδυ έριχνε κλεφτές ματιές, μήπως είχε έρθει. Κάθε φορά ανυπομονούσε για ένα ποίημά του. Να τον νιώσει μέσα της, χωρίς καν να την αγγίξει με τα χέρια και τα χείλη του.

Είχε παραδοθεί στα συναισθήματα της γι’ αυτόν. Αν κοιτούσες καλά, περίμενε ακόμη στο παραθύρι της για τον αγαπημένο. Κανείς δεν ξέρει για πού είχε δραπετεύσει. Αν της είχε πει ένα τελευταίο αντίο. Αν της ήταν πιο εύκολο να εκδηλώνει τα συναισθήματα της, χωρίς να είναι αυτός εκεί. Τι να φοβόταν άραγε;

Όσα χρόνια και να περάσουν, ακόμη τον περιμένει. Ακόμη περιμένει να αντικρίσει την λάμψη των ματιών του. Να του πει όλα εκείνα, που βαθιά μέσα του ήξερε. Πως τα σφραγισμένα χείλη, ήταν ολόδικά του, περιμένοντας αυτόν και μόνο. Μια ακόμη ιστορία, για να ταξιδέψουν σε καινούργιους κόσμους. Σε καινούργιες περιπέτειες μαζί του.

Γράψε ένα σχόλιο