Γέμισα τις τσέπες μου με κομμάτια

σιωπηλά μαύρα σύννεφα,

ακρωτηριασμένα φύλλα

και συντρίμμια προσωπείων.

 

Κατοικώ στο λυκόφως

μιας ασυγχώρετης λησμονιάς,

με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ

ένα φευγαλέο όνειρο.

 

Περιπλανιέμαι μέσα στο χρόνο

με τα κορδόνια μου λυμένα

και με παρέα θύμησες που δεν έχει άλλος κανείς,

εντελώς δικές μου.

 

Τι γνωρίζω άραγε;

δεν μπορώ να διακρίνω ένα βιβλίο

από μια παγίδα, μια πόρτα του ορίζοντα

από μια φυλακή της μνήμης.

 

Αναγνωρίζω όμως την αύρα

που θα φέρει το άρωμα των τριαντάφυλλων ετούτο το πρωί,

μέσα από ηλιοβασιλέματα και ηλιαχτίδες

κι από στενές λωρίδες ουρανού.

 

Ένας εφιάλτης

σταματά το αυτοκίνητό του δίπλα μου,

μου προσφέρει μια βόλτα οπουδήποτε

θελήσω εγώ να πάω.

 

Βασιλική Δραγούνηmoon

Γράψε ένα σχόλιο