Του Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Μωρέ της τα είπα εγώ με τρόπο βέβαια, αλλά τα κατάλαβε καλά, σαν βρεγμένη γάτα έφυγε. Δεν είπα τίποτα ψέματα, έλεγα έτσι σαν ιστορία ότι ο γείτονάς μου, εκεί στο χωριό, τρελάθηκε τελείως γιατί σταμάτησε να παίρνει τα φάρμακα. Πήγαινε ο καημένος και κουβέντιαζε με τις ελιές όλη μέρα, τη μια έκανε τη φωνή του σαν της ελιάς και την άλλη σαν τη δική τ΄ και τον παράσταινα εγώ, έβαζα και δικά μου, δήθεν ότι η ελιά ήταν γυναίκα και τ΄ φιλούσε, ξέρεις ιγώ τώρα πόσο καλά τα παρασταίνω, σαν ηθοποιός, και δωσ΄ του τα γέλια οι άλλοι, όλοι κατάλαβαν ότι τα λέω γι΄ αυτήν.

Τ΄ άκουγε και δεν έλεγε τίποτα, γελούσε κι από πάνω, έβραζε όμως μέσα τ΄ ς, το κατάλαβα ιγώ. Όχι που θα μας κάνει τη μορφωμένη και ξέρει λέει να βάφει τις γυναίκες καλά, να τις κάνει όμορφες κι ας μην είναι, και να διαλέγει ρούχα ξέρει, και ποιο χρώμα σου ταιριάζει ξέρει, και να μεγαλώνει παιδιά ξέρει, και να γράφει ποιήματα ξέρ΄ . Μου διάβασε μια μέρα ένα και δεν κατάλαβα τίπουτα, έγραφε για ένα θεριό που φωλιάζει, λέει, μέσα σ΄ και σε κάνει να πονάς πολύ, λες και σου κατασπαράζ΄ το συκώτι, τη σπλήνα, την καρδιά και όλα τα σωθικά σ΄ . Άκου θεριό μέσα σ΄ , παλαβουμάρες.

Δε λέω ότι δεν είναι καλή, καλή είναι κι όταν δίνει τη γνώμη της είναι σωστή, κι ό,τι φτιάχνει με τα χέρια τ΄ς το κάνει καλά, κι ό,τι σου δίνει με την καρδιά τ΄ς στο δίνει, αλλά παίρνει φάρμακα ρε παιδί μου, θα μου πεις εμάς τι μας νοιάζει, να μωρέ μην τυχόν και τα σταματήσ΄ να τα παίρνει και μας σκοτώσ΄ καμιά μέρα.

(Δύο χρόνια μετά, στο ίδιο σημείο, τα ίδια πρόσωπα.)

Η τσιούπα, για την τσιούπα λες εσύ, η τσιούπα μ΄ καλά είναι, με τα παιδιά τ΄ ς, με τον άντρα τ΄ ς, είναι νοικοκύρης αυτός, περνάν καλά, με το παιδί μ΄ τι να κάμω, το σερνικό. Από το καλοκαίρ΄ κλείστηκε μέσα στο σπίτ΄ και δε βγαίνει να πάει πουθενά. Δε σκάει το χειλάκι του να χαμογελάσ΄ λιγάκι. «Σκιάζεσαι τον κόσμο πιδί μ΄ «, του λέω, «άσε με ρε μάνα» μου λέει. Του παρασταίνω ιγώ διάφορα πως κοιτάει ο γκαβός, πως περπατά ο κουτσός, πως μιλά ο μουγκός, ξέρεις τώρα πόσο καλά τα κάνω ιγώ αυτά, σαν ηθοποιός, τίποτα αυτό, τα μούτρα κάτω, όλο σκέφτεται. Μου ΄πε η τσιούπα μ΄ να το πάμε στο γιατρό, ξερ΄ ς μουρή σε ψυχίατρο. Ακούς, ακούω να λες, του πιδί του δικό μ΄ σε παλαβουγιατρό. Ιμένα, που γελάω την κίσσα στου κλαρί.

_

Βιογραφικό: Γιώργος Παπαθανασόπουλος (Κάτω Χρυσοβίτσα, Αιτωλ/νίας, 1955)
Σπούδασε: Oικονομικά στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Γράφει: Διηγήματα
Κατοικεί: Ξυλόκαστρο, Κορινθίας

Γράψε ένα σχόλιο