Ο Θάνατος ήταν κουρασμένος. Εργαζόταν κάθε μέρα πολύ σκληρά, χωρίς ποτέ κανείς να είναι ευγνώμων για το έργο του.  Κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να δει το καλό που έκανε, όλοι τον καταριούνταν.

Έτσι, κάποια ημέρα εμφανίστηκε μπροστά στους ανθρώπους δυσανασχετώντας.

«Θα πάρω τη ζωή αυτού του άνδρα τώρα», είπε καθώς στεκόταν μπροστά σε ό,τι είχε απομείνει από ένα γρήγορο αμάξι. «Δεν θα είναι πλέον σε θέση να σκοτώσει κι άλλους».

«Θα πάρω τη ζωή αυτής της γυναίκας τώρα», ανακοίνωσε από το κρεβάτι του πόνου μιας άρρωστης γυναίκας. «Δεν χρειάζεται να υποφέρει περισσότερο».

«Άφησα μια αλεπού να σκοτώσει ένα κουνέλι, για να μπορέσει να ταϊσει τα μικρά της. Σε λίγο καιρό θα σκοτώσω και την ίδια την αλεπού, κάνοντάς την θήραμα για μεγαλύτερα ζώα, ώστε να συνεχιστεί η αλυσίδα της  ζωής».

«Όλα αυτά τα κάνω για να βοηθήσω τα έμβια όντα», φώναξε ο Θάνατος στον κόσμο. «Δεν μπορείτε να δείτε την καλή μου δουλειά;»

«Παίρνεις τους ανθρώπους που αγαπάμε», αναφώνησε ο κόσμος. «Θυσιάζεις τους αδύναμους. Λιμοκτονείς τους φτωχούς».

«Ναι, παίρνω τους αδύναμους, για να γλιτώσω τις οικογένειές σας από περισσότερη θλίψη. Οι λιμοί που σκορπώ κατά καιρούς, κρατούν τον κόσμο βιώσιμο για τους υπόλοιπους, ακριβώς όπως κάνετε εσείς με τους πολέμους σας. Η απληστία σας μετατρέπει σε σαρκοβόρα κτήνη κι εγώ κάνω τους άπληστους να αλληλοεξουδετερώνονται. Ο θάνατος βοηθά τη ζωή να επιβιώνει. Μην κατηγορείτε εμένα, κατηγορείστε τους εαυτούς σας», είπε ο Θάνατος.

Κι ύστερα εξαφανίστηκε.

 

Βασιλική ΔραγούνηTrees_Desert_Birds

Γράψε ένα σχόλιο