doggo

Ληξούρι. Λίγα χρόνια πριν το σεισμό. Ακριβώς στην εποχή που, η μόνη έννοια στη μικρή πόλη των «τρελών» είναι το επερχόμενο καρναβάλι. Και στην κορύφωσή του, η αυριανή παρέλαση. Στους αφύσικα άδειους δρόμους κυκλοφορεί μονάχα ένα άρωμα κρυψίνοιας τις τελευταίες ώρες. Οι ηλικιωμένοι έχουν πάρει τις συνήθεις θέσεις τους στα καφενεία, ευγνώμονες για την ανέλπιστη λιακάδα ενώ όλοι οι υπόλοιποι –νέοι, γονείς, παιδιά και όσοι παρέμειναν παιδιά- πηγαινοέρχονται αλλόφρονες από το ένα σπίτι στο άλλο. Έπειτα βγαίνουν βιαστικά στα σοκάκια με μαύρες σακούλες και καταλήγουν σε κάποια αποθήκη, σε κάποιο γκαράζ, σε οποιοδήποτε χώρο είναι πρόσφορος ως κρυσφήγετο για να κάνουν τις τελευταίες ετοιμασίες του μυστικού τους όπλου. Του άρματος της φετινής παρέλασης.
Κανείς δεν πρέπει να τους ξεσκεπάσει μέχρι αύριο. Ακόμη και η τυχαία εμφάνιση μιας κόκκινης μπογιάς, θα μπορούσε να πυροδοτήσει χιλιάδες σενάρια για το άρμα που ετοιμάζει ο γείτονας. Οι κατσαρόλες σήμερα μένουν άδειες και κανένας δε διαμαρτύρεται. Τη θέση τους, εθιμοτυπικά παίρνουν οι βελόνες, τα ψαλίδια κι οι μεζούρες, τα πινέλα και πάσης φύσεως εργαλεία που βοηθούν να μπουν οι τελευταίες πινελιές πριν την αποκάλυψη. Φήμες λένε ότι κάποιος επιστράτευσε ακόμη και μεταφορική, για να του φέρει από την Αθήνα κάποιο εξάρτημα που θα κάνει το άρμα του πιο φαντασμαγορικό απ’ όλα τα υπόλοιπα. Όχι ότι περιμένουν να βγάλουν νικητή.«Συνωμότες καρναβαλιστές με τρεις δόσεις τρέλας», αποφάνθηκε ο γερο-Φραγκισκάτος στην πλατεία και ξαφνικά σταμάτησε να τους φαίνεται περίεργη η απρόσμενη λιακάδα.
Τρία στενά πιο πάνω, μια ακόμη κλειστή αποθήκη από τις πολλές άφηνε χωρίς να το θέλει, να ξεφύγει προς τα έξω ο ήχος του κλάματος ενός άντρα. Στο απέναντι σπίτι οι νοικοκυρές άνοιξαν τα στόρια προσπαθώντας να καταλάβουν τί άρμα μπορεί να έκρυβε μέσα ο Χέλμης. Ποιος νοσηρός εγκέφαλος μπορούσε να σκεφτεί μια καρναβαλική κατασκευή που έβγαζε τέτοιο θρηνητικό ήχο; Μετά από μια σύντομη συνεδρίαση, αποφάσισαν πως ήταν απαράδεκτο να μολύνει την παρέλαση με τέτοιο τερατούργημα ο τρελο-Χέλμης και πως δε μπορούσαν να του επιτρέψουν άλλες παραφροσύνες. Έβαλαν τους άντρες τους, τους μόνους που είχαν την ευχέρεια να συνεννοηθούν με τον απροσάρμοστο της γειτονιάς, να τον επισκεφθούν και να τον πείσουν πάση θυσία να μην πάρει μέρος φέτος, αν δε μπορούσε επιτέλους να συμπεριφερθεί κόσμια. Εδώ και χρόνια έκαναν υπομονή μαζί του, ανέχονταν όλες τις επιθετικές στιχομυθίες και αποδέχονταν το γεγονός ότι ο Χέλμης, δεν ήθελε και δε μπορούσε να επικοινωνήσει με τους άλλους ανθρώπους. Έτσι, τον άφηναν να περιπλανιέται στον κόσμο του και ανάμεσά τους ταυτόχρονα. Μέχρι το σημείο που ξεπερνούσε τα όρια και σήμερα όντως, τα είχε προ πολλού ξεπεράσει.
Μάταια προσπαθούσε ο Μπενετάτος να ηρεμήσει τη γυναίκα του, που ούρλιαζε από την άλλη άκρη του τηλεφώνου να τον μαζέψει, λες και έφταιγε εκείνος για την ύπαρξή του. Προσπαθώντας να ηρεμήσει τα πνεύματα, κίνησε για την αποθήκη του Χέλμη απ’ όπου όντως, ακούγονταν γοεροί θρήνοι που έφταναν μέχρι και το καφενείο. Άνοιξε μια χαραμάδα από την ξύλινη πόρτα και τον είδε γονατιστό στο πάτωμα, μες το σκοτάδι, να έχει γείρει πάνω από τον μόνο φίλο που είχε, τον Λωρεντζάτο. Τον είχε ο ίδιος βαφτίσει έτσι, με περισσή ειρωνία, καθώς ο φίλος του δε δέχθηκε ποτέ λουρί στο λαιμό του. Κι επειδή ποτέ δεν υπάκουσε σε αυτό το πολυσύλλαβο όνομα, του έμεινε το Λόρι.
Του πήρε κανά δυο λεπτά του Μπενετάτου για να καταλάβει πως αυτό που εκτυλισσόταν μπροστά του δεν ήταν καρναβαλικό δρώμενο, ούτε πρόβα για κάποια από τις πολλές φάρσες που σκάρωνε ο Χέλμης, αλλά ένας γνήσιος και βαθύς θρήνος. Ο Λόρι δεν κοιμόταν, είχε φύγει για τα καλά και ο Χέλμης πάλευε με το γεγονός πως είχε χάσει τον μοναδικό αληθινό του φίλο. Ήταν ακόμη τόσο σοκαρισμένος που δεν πρόσεξε ότι ο Μπενετάτος είχε πια ανοίξει κανονικά την ξύλινη πόρτα και τον παρακολουθούσε. Οι αχτίδες του ήλιου που παρείσφρυσαν στην αποθήκη στάθηκαν αμείλικτες πάνω στο στόμα του σκυλιού που ήταν γεμάτο αφρούς. Θεώρησε περιττό να τον ρωτήσει τί είχε συμβεί, ήταν εμφανές πως κάποιος από τους καλοκάγαθους γείτονες είχε ρίξει φόλα στον Λόρι. Πιθανότατα λόγω της «συμπάθειας» που έτρεφε για το αφεντικό του. Ίσως ακόμα-ακόμα, να το έκανε κάποιος από τα θύματα των τραβηγμένων και κακόγουστων αστείων που σκαρφιζόταν ο Χέλμης και να θέλησε να τον εκδικηθεί.
Αλλά κι ο Χέλμης, συνειδητοποιώντας την παρουσία του Μπενετάτου μες την αποθήκη, διόλου δεν ξαφνιάστηκε. Δεν έκανε την παραμικρή κίνηση για να αλλάξει το σκηνικό. Δεν έβγαλε ούτε μια συλλαβή, δε ζητούσε την κατανόηση κανενός, μονάχα εκείνος που το βίωνε, μπορούσε να καταλάβει το δράμα εκείνων των στιγμών. Βλέποντας πως δεν υπήρχε χώρος για παρηγοριά, ο Μπενετάτος οπισθοχώρησε και κατευθύνθηκε προς το καφενείο. Βρήκε τους άλλους μαζεμένους στο γνωστό τραπέζι, να γκρινιάζουν ο ένας στον άλλον για τις υστερικές γυναίκες τους, που τους έπαιρναν τηλέφωνο και τους διαμήνυαν να βάλουν στη θέση του τον τρελο-Χέλμη γιατί, αυτή τη φορά το παρατράβηξε. Αφού κατάφερε να τους εξηγήσει τί πραγματικά συνέβαινε, στάθηκε σοβαρός μπροστά τους και τους ζήτησε να τον βοηθήσουν. Προς μεγάλη του ανακούφιση, δέχτηκαν όλοι το σχέδιο και μάλιστα, με τη σοβαρότητα που απαιτούσε η περίσταση. Σηκώθηκαν και οι πέντε μαζί και κίνησαν για το ξυλουργείο του Θωμάτου. Αφού του εξήγησαν τί ακριβώς ήθελαν, στρώθηκαν όλοι μαζί στη δουλειά και ω του θαύματος, σε μια ώρα είχαν τελειώσει την κατασκευή.
Μπαίνοντας στην αποθήκη, βρήκαν το Χέλμη στην ίδια ακριβώς στάση που τον είχε αφήσει ο Μπενετάτος. Σκυμμένο πάνω απ’το άψυχο κορμί του σκυλιού, να οδύρεται σα να είχε χάσει αγαπημένο άνθρωπο. Τον πλησίασαν αποφασισμένοι να μην του αφήσουν περιθώριο για αντιρρήσεις. Πίσω απ’τον ευτραφή Θωμάτο ξεπρόβαλε ένα νανώδες φέρετρο που προοριζόταν για τον Λόρι. Μόλις κατάλαβε την πρόθεσή τους, ο Χέλμης άρχισε να κλαίει ακόμη περισσότερο, τείνοντας τα χέρια προς τον Μπενετάτο για να του εκφράσει την ευγνωμοσύνη του. Οι υπόλοιποι της παρέας, έβγαλαν το ξύλινο καπάκι και τοποθέτησαν –με θαυμαστό σεβασμό, είν’ η αλήθεια- τον Λόρι μέσα. Μετά από μια σύντομη, σιωπηρή συνεννόηση, βγήκαν οι δυο πρώτοι από την αποθήκη, με το φέρετρο στους ώμους τους. Πίσω τους ακολουθούσαν και οι άλλοι, με τον Μπενετάτο να υποβαστάζει τον Χέλμη, ανίκανο να σταθεί στα πόδια του. Σα να πήγαιναν σε μια κανονική ταφή, σχημάτισαν μια πομπή διασχίζοντας το δρόμο. Οι σύζυγοι των νεκροκομιστών είχαν μείνει άναυδες μπροστά απ’τις αυλόπορτες, βλέποντας τους άντρες τους να λαμβάνουν μέρος στην καινούρια τρέλα του ενοχλητικού τους γείτονα, ανήμπορες να καταλάβουν τί είχε προηγηθεί. Το μόνο που ακούστηκε μέσα από τα κλάματα του Χέλμη, ήταν η μονολεκτική διαταγή του Θωμάτου προς τη γυναίκα του:
-Τσιμουδιά!
Ακόμη πιο έκπληκτη, εκείνη γύρισε την πλάτη και μπήκε στο σπίτι, χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω της, ενώ η παρέα των αντρών συνέχιζε την πορεία της κατευθυνόμενη προς την παραλιακή οδό. Αναγκαστικά, έπρεπε να περάσουν από εκεί για να φτάσουν στο λοφάκι που θα μπορούσαν να θάψουν το σκυλί. Κανείς τους δε νοιάστηκε, ωστόσο, που αυτή η σεμνή τελετή θα γινόταν αφορμή για όλη την πόλη να σχολιάζει το γεγονός. Τί ήταν άλλωστε, άλλη μια φορά που θα τους έλεγαν τρελούς; Ο Χέλμης είχε εδώ και χρόνια συνηθίσει την ταμπέλα αυτή, περισσότερο απ’ όλους τους κι όμως, διόλου δεν τον είχε επηρεάσει. Μια τέτοια μέρα και σε μια τέτοια περίσταση, όλα τα ανέχονταν.
Φτάνοντας στο τέρμα του δρόμου, ανακάλυψαν πως είχαν συμπέσει χρονικά με την παρέλαση του καρναβαλιού. Πολύχρωμα άρματα, κονφετί και μασκαράδες τους περικύκλωσαν και πριν το καταλάβουν, είχαν βρεθεί ανάμεσά της, να ακολουθούν όλοι μαζί την παραλιακή διαδρομή. Κανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Ούτε το φέρετρο, ούτε η ξύλινη ταμπελίτσα με το όνομα «Λωρεντζάτος», μα ούτε και το φτυάρι που κρατούσε ο Θωμάτος τους υποψίασαν. Αντιθέτως, όλοι σχολίαζαν το πόσο τρελός μπορεί να ήταν τελικά αυτός ο Χέλμης για να βγάζει δάκρυ αληθινό στο δρώμενο. Μη μπορώντας να κάνουν κάτι διαφορετικό, οι επτά άντρες ακολούθησαν τα άρματα μέχρι τους πρόποδες του λοφίσκου, όπου αποσχίστηκαν από την παρέλαση όσο το δυνατόν πιο διακριτικά. Ανέβηκαν μερικά μέτρα για να βρουν κατάλληλο έδαφος και ξεκίνησαν να σκάβουν. Ο Χέλμης, εξουθενωμένος από την πορεία, είχε αγκαλιάσει το φέρετρο προσπαθώντας να κερδίσει κάποια τελευταία λεπτά πριν τον αποχωρισμό. Όταν ο Μπενετάτος τον τράβηξε για να μπορέσουν να πάρουν το φέρετρο, άρχισε πάλι το κλάμα. Με τα γόνατα στο χώμα, προσπαθούσε απλά να καθαρίσει τα μάτια του για να μη χάσει κάποια κίνηση μα δεν τα κατάφερνε.
Οι άντρες έβαλαν μέσα στην τρύπα τον Λόρι με το καινούριο του σκυλόσπιτο, ενώ ο Χέλμης χρησιμοποίησε όλες τις δυνάμεις που του είχαν απομείνει για να σταθεί στα πόδια του και να κόψει ένα λουλούδι από το λόφο για να το ρίξει μέσα στον αυτοσχέδιο τάφο. Έπειτα ο Θωμάτος τα σκέπασε όλα με χώμα και κάρφωσε την ταμπέλα με το όνομα από πάνω. Για μερικές στιγμές, σιώπησαν οι πάντες. Νιώθοντας την αμηχανία, ξεκίνησαν ένας-ένας να απομακρύνονται, χτυπώντας φιλικά στον ώμο τον Χέλμη κι αφήνοντάς τον μόνο, να αποχαιρετίσει τον καλύτερό του φίλο. Εκείνος περίμενε λίγο ακόμη, έως ότου λιγόστευε το κλάμα. Ήθελε να είναι αξιοπρεπής σε αυτή τη συζήτηση. Όταν πια ένιωσε έτοιμος, ακούμπησε την παλάμη του πάνω στο ανακατεμένο χώμα, έσκυψε και ψιθύρισε:
-Σ’ ευχαριστώ, γιατί μόνο εσύ με δέχτηκες όπως ήμουν.
Σηκώθηκε και παρά την κούρασή του, άρχισε να τρέχει. Οι έξι άντρες τον είδαν στο δρόμο της επιστροφής μα δεν αντέδρασαν. Δεν κατάλαβαν πως ο Χέλμης έτρεχε με σκοπό, μα και να το καταλάβαιναν, πάλι δε θα τον εμπόδιζαν. Όχι σήμερα. Εκείνος δε σταμάτησε την τρεχάλα παρά μόνο όταν έφτασε στην αποθήκη του σπιτιού του. Πήρε βιαστικά το μπωλ του Λόρι από το πάτωμα, πήγε στην κουζίνα, έβγαλε ένα μπουκάλι νερό από το ψυγείο και με αυτά παραμάσχαλα, άρχισε πάλι να τρέχει προς το λόφο. Σαν έφτασε και πάλι στο σημείο, άνοιξε το μπουκάλι και γέμισε το μπωλ με δροσερό νερό. Το ακούμπησε δίπλα στον τάφο του σκυλιού και έφυγε ξανά. Ο τρελός δε μπορούσε να κοιμηθεί στη σκέψη πως ο φίλος του μπορεί να έμενε διψασμένος. Το ίδιο έκανε και την επόμενη μέρα. Το ίδιο επανέλαβε και όλες τις υπόλοιπες ημέρες του. Μέχρι την ημέρα που ο δήμαρχος έδωσε ειδική άδεια να θαφτεί ο Χέλμης δίπλα στον παντοτινό του φίλο.

Μικέλα Φερούση

Γράψε ένα σχόλιο