shutterstock_271332740

Τις τελευταίες μέρες τρέχει σαν τρελός.

Ποτέ μου δεν τον κατάλαβα. Κάποτε τον φοβόμουν.

Κοιτάω το ρολόι μου και βλέπω τους δείκτες να κινούνται με μεγάλη ταχύτητα. Να περνάνε από αριθμό σε αριθμό και πάλι από την αρχή.

Κοιτάω το μεγάλο ρολόι τοίχου απέναντι μου. Το ίδιο.

Νιώθω τα χέρια μου να ιδρώνουν. Ο χρόνος φεύγει, χάνεται.

Και εμείς ;

Κοιτάμε δείκτες και αριθμούς.

Φεύγω δεν μπορώ άλλο να τους κοιτάζω. Αφήνω στο γυάλινο τραπέζι το ρολόι του χεριού μου. Άχρηστο πια.

Οι δείκτες τους τρελάθηκαν και προσπαθούν μαζί τους και μένα να με ρίξουν στην άβυσσο της τρέλας τους.

Μπαίνω σε ένα κατάστημα. Ανοίγω την πόρτα και ακούω το χρυσό κουδουνάκι της να χτυπάει. Εμφανίζεται τρέχοντας η πωλήτρια. Βαριανασαίνει. Τρέχει να προλάβει κι αυτή μη με καθυστερήσει.

Ακούω ένα μεγάλο ξύλινο βαρύ ρολόι στην άκρη του μαγαζιού.

Τικ-τοκ, τικ-τοκ και σταματημό δεν έχει. Από κείνα με τον κούκο θαρρώ καθώς βλέπω τα δυο μικρά πορτάκια του. Κλειστά ακόμα…

Η καρδιά μου κτυπάει δυνατά. Ξέρω τι θα συμβεί. Βλέπω τους δείκτες να κινούνται γρήγορα κι’ αυτοί.

Μια σταγόνα ιδρώτα κυλάει στο μάγουλο μου.

Ο ήχος ακούγεται και ο κούκος πετάγεται από τα ανοιχτά τώρα πορτάκια του ρολογιού.

Έτοιμος να σημάνει την αλλαγή της ώρας.

Πάει χάθηκε ακόμα μια.

Δεν πας στο διάλο σκέφτομαι.

Όπως πετάγεται με μιας τον αρπάζω και τον τραβάω με δύναμη και μίσος.

Πάει το παλιοπούλι. Τα θέλε και τα πάθε σκέφτομαι.

Η πωλήτρια με κοιτάει. Το φοβισμένο ύφος που είχε στην αρχή χάνεται.

Μου χαμογελάει και κουνάει χαρούμενα το κεφάλι της.

Κατάλαβε και κατάλαβα.

Την έσωσα από το γαμημένο το πουλί. Ησύχασε και αυτή.

Έρχεται κοντά μου. Με κοιτάει στα μάτια. Αγγίζει με τα χέρια της τα μάγουλα μου και τα χαϊδεύει.

–           Είσαι ο σωτήρας μου. Σκότωσες τα δεσμά του χρόνου που φυλακισμένη με κρατούσαν.

–           Απλά έκανα τον χρόνο να σωπάσει. Κυλάει χάνεται. Ασταμάτητος. Κι όμως εμείς μπορούμε να τον κάνουμε να « σκάσει » από το κακό του.

–           Πως ; Μου λέει περίεργη.

–           Ζώντας υπέροχες στιγμές.

Της λέω και την φιλάω. Τότε ο χρόνος πάγωσε για τα καλά. Πάγωσε από την ζήλια του και έμεινε να κοιτάει τους αιώνιους εραστές που τον αψήφησαν. Που σταμάτησαν να τον φοβούνται.

                                                                                                            Αναστάσιος Γεωργίου

Γράψε ένα σχόλιο