Του Χριστόφορου Τριάντη

Αγκάθια και πέτρες ήταν τα δώρα του Θεού
στον τόπο,
για να σκληραίνουν –γρήγορα– οι άνθρωποί του.
Άφησε όμως,  λίγο νερό κάτω από τις βελανιδιές,
για να συνεχίζουν το ταξίδι οι διαβάτες.
Και στους αγγέλους έδωσε εντολή
το φως να μη λείψει απ’ αυτήν τη γη,
για να ‘ χουν χρώμα οι καημοί
τις νύχτες του Νοέμβρη.
Τώρα, έμειναν σιωπηλές οι μνήμες
στα καπνοχώραφα και τα ξωκλήσια.
Στέρεψαν τα πηγάδια στις αυλές.
Δείχνει  το μέλλον ορφανό, δίχως χαρά.
Στα καφενεία, οι πατεράδες κοιτούν με θλίψη
τις σκιές και τα παιχνίδια των παιδιών.
Κι οι μανάδες δεν ξαναζύμωσαν ψωμί.
Τα δάκρυά τους κρύβουν
στα έρημα σοκάκια,
περιμένοντας ν’ ανθίσουν τα λουλούδια.
Υπομονή!
Θα ‘ρθει ακόμα ένα καλοκαίρι.
Μας το χρωστάει ο Θεός!

Γράψε ένα σχόλιο