Του Χριστόφορου Τριάντη

Οι ποιητές άγγιζαν τ’ άνθη
στους βράχους.
Τη νύχτα οι πυγολαμπίδες
σκορπούσαν μελωδίες,
σταλμένες απ ‘τον ουρανό.
Οι άγιοι ζωγράφιζαν τα μάτια του Θεού
με ήχους αστεριών.
Τα αγκάθια άνοιγαν δρόμο
στους γενναίους.
Και στα ξερά πηγάδια
άνθιζαν οι μαργαρίτες.
Στα καπνοχώραφα έτρεχαν παιδιά,
κρατώντας ξύλινα σπαθιά.
Τα πουλιά φώλιαζαν στις λυγαριές,
όπου γυναίκες όλο πίστη
κρεμούσαν –κλαίγοντας–
παλιά παιδικά παπούτσια.
Στις άκρες της νύχτας,
πλοία που τα σέρνανε άλογα,
ταξιδεύανε σε βυζαντινά χωριά.
Κι οι πιστοί του ήλιου
προσεύχονταν στους ροδόκηπους
που η αγάπη
μ’ όνειρα κεντούσε.
Η άνοιξη τον θάνατο νικούσε
στις βουβές ακροπόλεις,
φέρνοντας την ανάσταση…

Γράψε ένα σχόλιο