Της Νομικής Μεϊμάρη

Μπλε κουρελιασμένα πανιά. Αυτά είχε διαλέξει η μεγάλη Αδελφή μου και η Μαμά για να κρύψουν τα παράθυρα του ερειπίου που μέναμε. Έλεγαν, πως το σκούρο αυτό χρώμα θα μας προστάτευε, γιατί λέει θα μας έκρυβε από Εκείνους. Από τί θα μας προστάτευε; Ποιοι ήταν οι  Εκείνοι; Όσο δυνάμωναν τα ΜΠΑΜ, όσο λιγόστευε το φαγητό, όσο πλήθαιναν αυτοί που η γειτονιά φώναζε κάπως σαν μάρτυρες, τόσο αυξάνονταν και τα πανιά μας. Μας είχαν πνίξει. Ένιωθα σαν καρβέλι ψωμί, τυλιγμένο ευλαβικά σε πανί, σαν να ‘μουν το τελευταίο που είχε μείνει για καιρό.

Καφέ. Καφέ σκούρο ήταν το χρώμα του ψωμιού που συνηθίζαμε να τρώμε με νερό και γιαούρτι. Όταν στο τωρινό ερείπιο ήταν και ο μπαμπάς. Τα δόντια μου, έχουν ξεχάσει την αίσθηση και τη γεύση αυτού του μαγικού εδέσματος. Η Μαμά κάτι μας ταΐζει, σαν ένα μείγμα ζύμης με δάκρυα που όμως εμένα δε μου αρέσει. Δε με χορταίνει. Και τα δάκρυα είναι πικρά και του χαλάνε τη γεύση!

Γκρι. Πέφτει πάλι γκρι. Τέτοια ώρα τα αυτιά μας, δεν ακούν πολλά ΜΠΑΜ. Είναι η ώρα που τα αυτιά μας ακούνε ψέματα της Μαμάς. ‘’Θα ‘ρθει ο μπαμπάς, θα το φτιάξουμε το σπίτι, θα τα κάψουμε τα πανιά, θα φέρω φαγητό, θα…’’ το τελευταίο ψέμα της, διακόπηκε από φωνές, σπρωξιές και δάκρυα. Μάλλον ήταν οι Εκείνοι! Εγώ πανικόβλητος, δάγκωσα έναν και του είπα να αφήσει τη Μαμά και την Αδελφή μου. Η Μητέρα με διέταξε να κρυφτώ και ξεστόμισε το τελευταίο της ψέμα, μαζί με τη τελευταία της πνοή. Η Αδελφή, στρέφει το αρματωμένο χέρι του Εκείνου στο λαιμό της και τον βοηθάει να τη σφάξει. Εγώ βλέπω πίσω από πανιά στα σύνορα με το διπλανό ερείπιο.

Μαύρο. Ξαφνικά μαύρο. Οι Εκείνοι είχαν φύγει. Δυο χτύποι πιο δυνατοί από τα ΜΠΑΜ που ακούω κάθε μέρα, οδήγησαν τα μάτια μου στο δρομάκι που άλλοτε έπαιζα με πέτρες. Δύο σώματα ξαπλωμένα. Απελευθερωμένα από ψέματα, ντροπή, στέρηση, πανιά.

Κλείνω τα μάτια και γυρνάω πλάτη στο ερείπιο.

Το ένα χέρι μου στον αέρα είναι σαν να κρατάει ένα καρβέλι, το άλλο κρατάει τη Μαμά, την Αδελφή, το μπαμπά ή και τους Εκείνους. Ορθώνω το ανάστημα μου, πνίγω το γαργαλητό στο λαιμό μου και με τα χέρια ανοιχτά πετάω.

Πετάω με μεγάλη φόρα.

Κόκκινο.

Αυτό το χρώμα βλέπω.

Κόκκινο, ψέμα, αγκαλιά, χάδι, Αδελφή, πέτρες, ΜΠΑΜ.

Γράψε ένα σχόλιο