Η ανάσταση που δεν γεύτηκα!


Ήταν Μεγάλη Πέμπτη όταν τα αυγά δεν θέλησαν να πάρουν το γνωστό κόκκινο χρώμα. Ξημέρωνε Παρασκευή, μα το είχε πάρει απόφαση πως θα μείνει μικρή για πάντα. Τίποτα το μεγαλειώδες δεν έβρισκε στην ημέρα. Μόνο δάκρυα, θλίψη και ματαιοδοξία. Παιδιά που αγαπούσαν τους γονείς και θυσίαζαν κάθε μέρα τους γι αυτούς. Γονείς κουφάρια, έρμαια των ριπών του ανέμου.

Ήταν Παρασκευή. Μεγάλη. Άλλοτε θλιμμένη κι άλλοτε ηλιόλουστη. Κι η θάλασσα τον καλούσε σε ένα σμίξιμο. Τα αρμυρίκια είχαν ανθίσει. Η ζωή είχε μαραθεί. Μια αντίθεση κι ένα σμίξιμο μοιραίο, που θα έσωζε τον δούλο από τον δήμιο που φυλούσε την τιμωρία του.

Η αγάπη δεν έφτασε για την σωτηρία. Κι η ψυχή, βολόδερνε στα μονοπάτια του μεταιχμίου. Άλλοτε ζούσε, κι άλλοτε με ανάσες ανάλαφρες ταξίδευε να βρει την δική της σωτηρία. Σαν πεταλούδα, που ζούσε το πρώτο και συνάμα τελευταίο της εικοσιτετράωρο, κλεισμένη σε μια γυάλα συλλέκτη.

Ήταν Παρασκευή, κι ο τάφος δεν στολίστηκε. Λευκός και κρύος, δίχως λιβάνι και προσευχή. Πέντε κρίνα φύτρωναν παραπέρα μα δεν άνθιζαν. Και τα πουλιά, δεν κάθισαν στο μνημείο που σήμαινε το τέλος. Της ζωής. Του συναισθήματος. Της αγάπης.

Αγάπησε πολύ και αγαπήθηκε όσο κανένας. Μα το αυγό που θα έσπαζε, δεν θα άνοιγε την πύλη στην δική του ψυχή να πλανηθεί στην γη που έζησε. Κάποιος, είχε γονατίσει ήδη στα καρυδόφυλλα και του έκλεινε τον δρόμο για τις μέρες της ελευθερίας.

Ήταν Παρασκευή. Μεγάλη. Και ξημέρωνε το Σάββατο. Η Ανάσταση φέτος δεν θα ερχόταν. Είχε σταματήσει να παρατηρεί τον πόλεμο. Ήθελε, για πρώτη φορά, να χορτάσει με αίμα αθώων. Που οι γονείς τους, έκαναν τα ίδια λάθη. Θυσία τα παιδιά για ένα σπίτι. Για μια πατρίδα. Για ένα «σ’αγαπώ», που περίμεναν και ποτέ δεν ήρθε.

Ήταν Παρασκευή. Μεγάλη. Και ξημέρωνε το Σάββατο. Τα κεριά έλιωσαν χωρίς να ανάψουν. Προσευχές δεν βγήκαν από στόμα πιστού. Μόνο κραυγές και λυγμοί πνιγμένοι. Κι ένα μεγάλο γιατί.

Ήταν Παρασκευή. Μεγάλη. Και ξημέρωνε Σάββατο. Μια μαντήλα μαύρη, θρηνούσε. Μια ζωή, χαμένη δίχως στάλα ανθρωπιάς. Μια μέρα που έσβησε το φως πριν καλά-καλά ανατείλει. Που η κατάρα έγινε ζωή.

Ξημέρωσε το Σάββατο. Κι η Κυριακή, στεκόταν μακριά. Δεν θα ερχόταν ποτέ. Κι ο δούλος, έμεινε να περιμένει. Κι ο Κύριος, βαρέθηκε να σταυρώνεται. Κουράστηκε την Ανάσταση. Και έμεινε ψηλά, να τον κοιτά. Να τον λυπάται. Και να του γυρνά την πλάτη.

Ξημέρωσε το Σάββατο, κι οι πασχαλιές κάηκαν. Και ο καπνός έφτασε ψηλά, σε μια λιτανεία μυστική των λουλουδιών. Κι ήταν τόσο καυτός ο καπνός αυτός. Όσο και το αίμα που πότισε τις ρίζες τους. Και σκοτείνιασε ο θόλος, που τόσο φωτεινός στεκόταν.

Βράδιασε το Σάββατο. Κι ο βασιλιάς έμεινε μόνος στην σκακιέρα του. Ζωντανός, μα μόνος. Έρμαιο της δικής του επιβίωσης.

Η θάλασσα τον κάλεσε κοντά της. Κι αυτός υπάκουσε. Κι η Ανάσταση δεν ήρθε ποτέ.

 

Comments 0

Η ανάσταση που δεν γεύτηκα!

log in

Captcha!
Don't have an account?
sign up

reset password

Back to
log in

sign up

Captcha!
Back to
log in
Choose A Format
Trivia quiz
Series of questions with right and wrong answers that intends to check knowledge
Poll
Voting to make decisions or determine opinions
Story
Formatted Text with Embeds and Visuals
List
The Classic Internet Listicles
Open List
Open List
Meme
Upload your own images to make custom memes
Video
Youtube, Vimeo or Vine Embeds
Audio
Soundcloud or Mixcloud Embeds
Image
Photo or GIF