Μπάσταρδο

Γεννήθηκα μια μέρα του Αυγούστου σε ένα μικρό χωριό λίγο πιο έξω από την Θεσσαλονίκη. Υπήρχε θάλασσα, κι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είχα άμμο στα μαλλιά και ένα γλυκό κάψιμο από το ιώδιο στην μύτη. Δεν θυμάμαι περισσότερα από τα παιδικά μου χρόνια. Μόνο την άμμο και το ιώδιο. Και ένα «μπάσταρδο» να ηχεί στα αυτιά μου. Σαν ένα σφουγγάρι να έχει σβήσει κάθε μνήμη από την εποχή εκείνη.

Γύρω στα δύο μου χρόνια, αποφάσισαν να με βαφτίσουν, για να έχω ένα όνομα κι εγώ. Μέχρι τότε ήμουν γι όλους το μπάσταρδο. Από την βάφτιση και μετά, ήμουν το μπάσταρδο με όνομα. Η μητέρα μου, βλέπετε, ήταν όμορφη γυναίκα κι έμεινε έγκυος πριν παντρευτεί. Ο πατέρας πέθανε; Την παράτησε; Δεν με ενδιέφερε να μάθω, μιας και δεν ένιωσα ποτέ τι θα πει πραγματικά να έχεις πατέρα.

Το μπάσταρδο ήμουν και παραμένω μέχρι σήμερα στα στόματα των ανθρώπων. Στόματα που μου με περισσή ελαφρότητα το πρόφεραν μέσα στα μούτρα μου. Χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς καμιά ντροπή. Με κάθε φυσικότητα. Μπάσταρδο, έλεγαν, και ήταν σα να με επαινούσαν. Μπάσταρδο, σαν βουητό μόλις περνούσα από μπροστά τους. Μπάσταρδο, πίσω από τα δόντια τους, μα πάντα εκεί, να μου το πετάνε σαν σφαίρα στην καρδιά.

Τα χρόνια περνούσαν κι άρχισα να αντιλαμβάνομαι την σημασία αυτού που από την πρώτη στιγμή άκουγα να λέγεται γι εμένα. Καταλάβαινα την κακία που έκρυβαν οι άνθρωποι αυτοί. Το μίσος στο πρόσωπο του παιδιού που ήμουν εγώ. Ένα παιδί, αθώο, χωρίς φθόνο, χωρίς κακία.

Αντιλαμβανόμουν την ζήλεια των ανθρώπων αυτών. Ήμουν αποκύημα του διαβόλου στα μάτια τους. Ο καρπός, ενός πραγματικού έρωτα –κι ας ήταν ανεκπλήρωτος- διάολος που ήθελαν να ξορκίσουν για να κρύψουν ακόμη κι από τον ίδιο τους τον εαυτό τον πόνο της δικής τους ανεπάρκειας. Δεν ήθελαν να βλέπουν τα κάγκελα που οι ίδιοι ύψωσαν για να κλείσουν μέσα τους οικογένειες αγίες και συνάμα τόσο τρομακτικές. Κάγκελα, που εγώ απειλούσα, όπως η σκουριά το σίδερο.

Πολύ γρήγορα, έπαψα να δίνω σημασία στους ανθρώπους αυτούς. Για κάθε «μπάσταρδο» που έβγαινε από τα δικά τους χείλη, ο οίκτος έπαιρνε σάρκα στο βλέμμα μου. Τους έντυνα με ένα σαρκασμό τόσο απροκάλυπτο, που πύκνωναν τα «μπάσταρδο». Μα μόνο που, όσο τους θύμιζα εγώ την άθλια ζωή τους, τόσο αυτοί από φόβο να την αντιμετωπίσουν έκρυβαν τις βρισιές τους πίσω από δόντια σφιγμένα. Άνανδροι και δυστυχισμένοι.

Μια μέρα, ήταν Αύγουστος πάλι, λίγο πριν τα γενέθλια μου, αποφάσισα να δώσω τέλος στην ιστορία αυτή που τόσο τραγικά σημάδεψε τα χρόνια μου κι αποτελούσε την μοναδική μου μνήμη από παιδί. Πήγα στην θάλασσα να μυρίσω το ιώδιο που τόσο αγαπούσα. Μετά από αρκετή ώρα, επιβιβάστηκα στο λεωφορείο της γραμμής. Και ξεκίνησα το δικό μου ταξίδι. Για να βρω την ζωή, που τόσο ήθελα να ζήσω. Και ίσως να την έζησα.

Aristos

5 Fvck – Στέφανος Λίβος

iatridis iatridis
0 δευτ. ανάγνωσης

Χριστούγεννα τότε, και τώρα…

InnerVoice InnerVoice
0 δευτ. ανάγνωσης

ΠΕΡΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

vasdrag vasdrag
0 δευτ. ανάγνωσης

2 Replies to “Μπάσταρδο”

  1. Αγαπητέ μου. Αυτά που έγραψες με συγκίνησαν. Εσύ δεν έχεις κανένα πρόβλημα και δεν χρειάζεται να ψάξεις να το βρεις. Προσωπικά αντιμετωπίζω τα πράγματα με το εξής σκεπτικό. Ζω σε μια κοινωνία απανθρώπων και ψάχνω πάντα να βρω τον άνθρωπο.

  2. Νομίζω ότι η λέξη “μπάσταρδο” έχει ήδη εξαφανιστεί από την Ελληνική Κοινωνία. Παλιά η αγραμματοσύνη μεγάλου μέρους του πληθυσμού το χρησιμοποιούσε κατά κόρον, αλλά έχω πολλά χρόνια να το ακούσω πλέον.

Αφήστε μια απάντηση