Η αγάπη του Οκτώβρη…

Δύσκολο το καλοκαίρι που πέρασε. Δεν άφησε περιθώρια για αγάπη. Δεν έδωσε βήμα στον έρωτα να ανθίσει κάτω από τον καυτό ήλιο της Χαλκιδικής. Στάθηκε εμπόδιο σε κάθε τι καλό προσπάθησε να γεννηθεί. Βράχος, στην καρδιά ενός ανθρώπου που το μόνο που ήθελε ήταν να νιώσει πως κάποιος τον νοιάζεται.

Μπήκε το φθινόπωρο κι έφερε μαζί του τη θλίψη. Ισημερία χωρίς ισότητα. Τα μάτια του έψαχναν στο πλήθος που δρασκέλιζε την καθημερινότητά του, αφήνοντας κάθε στιγμή να πλανηθεί στο έρεβος στου παρελθόντος. Μάταια. Δεν έβρισκε τίποτα. Ούτε μια σπίθα να ζωντανέψει μια φωτιά που χρόνια σιγόκαιγε μέσα του, δίπλα του. Μια φωτιά που ήθελε να του κάψει το είναι του για να γεννηθεί μέσα από έναν έρωτα καταστροφικό.

Οκτώβρης. Πρώτη του μήνα. Πρωί. Πόνοι φρικτοί βασάνιζαν το σώμα του. Χειρότερος όλων, αυτός που απειλούσε το κεφάλι του. Ένας πόνος, τόσο δυνατός που ένιωθε το κρανίο του να σπάει, θαρρείς και κάποιος τον χτυπούσε με σφυρί.

Οκτώβρης. Πρώτη του μήνα. Μεσημέρι. Μπροστά από τα μάτια του περνάει και του κλείνει το μάτι, πηγαίνει πιο πέρα και κοντοστέκεται, μένει να αφομοιώσει κάθε χαρακτηριστικό από την όψη του προσώπου του που τόσο του κέντρισε το ενδιαφέρον.

Οκτώβρης. Πρώτη του μήνα. Μεσημέρι. Μένει μετέωρος με όνειρο χρυσό, σαν να το άγγιξε ο Μήδας. Αρχίζει να ελπίζει πως το καλό έρχεται. Πως η ζωή του θα αλλάξει. Πως, επιτέλους, ο άνθρωπος γεννήθηκε για να αγαπά τον άνθρωπο, κι ας το είχε ξεχάσει κάποτε.

Οκτώβρης. Πρώτη του μήνα. Απόγευμα. Ακολούθησε το βλέμμα του έρωτα. Ίδρωσε, παρά το κρύο που του περόνιαζε τα κόκαλα. Απέναντι από ένα καφέ “take away”.  Η βάρδια κόντευε να αλλάξει. Ήθελε να είναι ο τελευταίο καφές. Και τα κατάφερε. Σε μια χαρτοπετσέτα, έσπρωξε γραμμένο το τηλέφωνό του. Το έχωσε περίτεχνα στην χούφτα μαζί με το 1,20 του ροφήματος. Έκλεισε για άλλη μια φορά το μάτι. 

Οκτώβρης. Πρώτη του μήνα. Βράδυ. Μια αγκαλιά γεμάτη πάθος. Ένα φιλί. Καθόλου ημικρανία πλέον. Κανένας πόνος δεν κατάφερνε να επηρεάσει το σώμα του σε βαθμό που να κερδίσει το μυαλό του. Ο έρωτας που του κατέστρεψε το καλοκαίρι, ήταν αυτός που θα έκανε την θλίψη του φθινοπώρου να μοιάζει μελωδία για χάρη του.

Κι ο έρωτας άνθισε. Κι η ζωή πήρε το χρώμα της φύσης που εξέτιε τις μέρες της φθοράς της. 

Aristos

Το σπήλαιο

NtinosLo NtinosLo
0 δευτ. ανάγνωσης

Ο πήχης

Dimitris.G Dimitris.G
0 δευτ. ανάγνωσης

Αφήστε μια απάντηση