Ο πήχης

Η επιστροφή το βράδυ δεν είναι ποτέ εύκολη. Το άδειο σπίτι περιμένει σιωπηλό και η σιωπή πάντοτε θέτει τα πιο αμείλικτα ερωτήματα. Αναζητώ το χάρτινο σωσίβιό μου. Μιαν ακόμα έκτρωση σε λευκό φόντο, από φόβο έκτρωμα να μην γεννήσω. Τρέμω τη μέρα που θα απαγορέψουν τις εκτρώσεις. Το σημειωματάριό μου, δεν έχει γραμμές, πάντα κάγκελα τις σκεφτόμουν κι αν κάτι ποτέ μου μίσησα, είναι η δυνατότητα να μου στερήσουν την ελευθερία. Εμένα που έμαθα μια χαρά μόνος μου να αυτοτιμωρούμαι. Ας κρατήσω κάτι απόλυτα δικό μου. Η σιωπή ρωτάει τα δικά της κι ίσως αν μου μιλούσες να έπαυα να την ακούω, μα τα θαύματα γίνονται μονάχα σε ώρες γραφείου (με τον κατάλληλο οβολό πάντοτε) κι εγώ ποτέ μου δεν τα είχα καλά με την γραφειοκρατία. Η κατάθλιψη θερίζει ανάμεσά μας, αλλά βασική προϋπόθεση διαπίστωσα τελευταία, είναι να έχεις δουλειά, για να μπορείς να μοιρολογείς μονολογώντας για αυτή. “Να μην σπαταλάς τη ζωή σου” όπως πολύ γλαφυρά ετέθη, ή “να ξεκουνηθείς”, λες και με ρώτησε κανείς αν έχω τ’ απαιτούμενα για κάτι τέτοιο. Σώμα ή ψυχή. Ποτέ δεν μπόρεσα να τα συνταιριάξω και τα δύο. Κι είναι φορές που λαχταρώ σώμα, γιατί η ψυχή δεν τάισε ποτέ κανέναν. Ένα ζευγάρι σε ένα παγκάκι, 2 τη νύχτα, υπολογίζει τα έξοδα για να κάνεις παιδί, από τη σύλληψη μέχρι την ενηλικίωσή του, και απορώ που τα Νόμπελ τα δίνουν στον κάθε τυχάρπαστο. Θέλω απελπισμένα να ακυρώσω ένα εισιτήριο για να μου επιτρέψω ένα ταξίδι, αλλά δεν ξέρω αν έκανα κάτι για να αξίζω τη θυσία του εισιτηρίου. Ίσως θα μπορούσα να ερωτευτώ την κούκλα της βιτρίνας, που ξέμεινε να περιμένει ποιος ξέρει τι, σε ένα μαγαζί που έκλεισε και την άφησε μόνη της. Έχω καλό ρεκόρ στο να ερωτεύομαι τον πόνο άλλωστε. Οι δείκτες του ρολογιού κυλάνε κατά τι πιο αργά το βράδυ κι έτσι μπορώ με άνεση να κάνω αρκετές μαύρες σκέψεις για να μου στερήσω τον ύπνο. Ανοίγω τα μέηλ μου και διαβάζω κάτι που μου δίνει κουράγιο, μα είναι μονάχα για τη μετά θάνατο ζωή, δεν εξαργυρώνεται τώρα. Σκέφτομαι πως θα ήθελα πολύ τα αίματα στο χαρτί, αριστούργημα να γεννούσαν, σαν κάτι ζωγράφους που στα τυφλά αδειάζουν μπογιές σε καμβάδες, κι ύστερα τέχνη καμώνονται πως κάνουν, μα θα ήταν σαν από την έκτρωση, ζωή να γεννιόταν, και δε μου κάθεται καλά. Ψέματα, να κοιμηθώ θέλω, να πάψω να ακούω τη σιωπή του σπιτιού, που η γλώσσα του πια οικεία μου έχει γίνει, να μη με θερίζουν ιστορίες κοριτσιών που τσάκισαν τα χέρια τους στο σερβιτοριλίκι, ούτε και κηδειόχαρτα αγοριών που το φαγητό στα σπίτια μας φέρνουν. Σήμερα, έκανα έναν φίλο μου να κλάψει, διαβάζοντας ένα ποίημά μου. Ένα φίλο που δεν κλαίει. Πως το ανταλλάσσω με λίγη γαλήνη γαμώτο; Έστω με ένα όνειρο που εφιάλτης να μην καταλήγει. Λίγο λιγότερο τρόμο. Εκεί είναι ο πήχης μου.

Dimitris.G

Αφήστε μια απάντηση