InnerVoice Επιλεγμένα κείμενα από το inbox μας / info@inner.gr

Η αρχή

Της Βίκυς Κόφφα

Ξύπνησε από το κρύο. Τον ξύπνησαν τα παγωμένα μέλη του, που τουρτούριζαν κι έτρεμαν ανεξέλεγκτα. Άνοιξε τα μάτια του και είδε ότι ο τρομερός φόβος με τον οποίο αποκοιμήθηκε είχε επαληθευτεί: χιόνιζε.

Το σιχαινόταν το χιόνι. Από μικρός ονειρευόταν να φύγει, να φύγει μακριά, να ζήσει σε μέρη εξωτικά, σε μέρη μαγικά, όπως αυτά που του έλεγαν οι φίλοι του που πετούσαν νότια κάθε που ξεκινούσε ο χειμώνας. Μέρη στα οποία ο ήλιος δεν κρύωνε ποτέ, και οι λίμνες δεν ήταν παγωμένες, και το παχύ νόστιμο γρασίδι δεν ήταν ποτέ κρυμμένο κάτω από αυτό το μισητό, λευκό, στερεοποιημένο, άνοστο νερό.

Δεν είχε, βέβαια, κανένα λόγο να σιχαίνεται το χιόνι, ούτε καν το κρύο, εδώ που τα λέμε. Το παχύ του τρίχωμα τον προστάτευε όσο έπρεπε – ήταν φτιαγμένος για να ζει, σ’ εκείνη την παγωμένη περιοχή του πλανήτη: εκεί που ο ουρανός το βράδυ φωτίζεται από μια διάφανη, πολύχρωμη κουρτίνα που δε σταματά στιγμή να χορεύει, σ’ ένα ρυθμό που δεν ακούει κανείς.

Όμως, να… από τόσο δα μικρούλης είχε ένα τόσο δα προβληματάκι.

Ήταν αδέξιος. Πολύ αδέξιος. Σκουντουφλούσε παντού. Έπεφτε ενώ περπατούσε. Έπεφτε ενώ έτρεχε. Έπεφτε στα καλά καθούμενα, πολλές φορές, εκεί που έβοσκε αμέριμνος. Από τις απρόσμενες συναντήσεις με το τραχύ έδαφος, η μουσούδα του ήταν γεμάτη σημάδια, η μύτη του είχε γίνει κατακόκκινη και τα πλευρά του είχαν γεμίσει γρατζουνιές.

Όταν έμπαινε για τα καλά ο χειμώνας, το πρόβλημά του γινόταν ανυπόφορο. Γλιστρούσε με το που ακουμπούσε το ποδαράκι του στην επιφάνεια του πάγου. Εκεί που όλοι οι υπόλοιποι περνούσαν στην απέναντι παγωμένη όχθη του ποταμού με σταθερά, προσεκτικά βήματα, εκείνος κρυβόταν για να μην τον δουν.

Όταν έμενε μόνος του, έπαιρνε βαθιές ανάσες για να αντιμετωπίσει τον πόνο που ήξερε ότι θα ακολουθούσε, ακουμπούσε τα πόδια του στην όχθη και άφηνε τη φύση του να αναλάβει τα υπόλοιπα: αρχικά, στροβιλιζόταν εφτά – οχτώ φορές σε τέλειους κύκλους, χωρίς να το επιδιώκει, βέβαια. Στη συνέχεια, μες στη ζαλάδα του και προσπαθώντας να ισιώσει τη ράχη του και να περπατήσει, ένιωθε τα πόδια του να πηγαίνουν το καθένα και σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση – σε τέσσερις, για την ακρίβεια. Προσπαθούσε να τα συνετίσει, αλήθεια, προσπαθούσε, ο δύσμοιρος. Μα ήταν λες και είχαν δική τους θέληση και αποφάσιζαν κάθε φορά ν’ αγκαλιάσουν την παγωμένη επιφάνεια με δύναμη, το καθένα όσο πιο μακριά μπορούσε να βρεθεί από το άλλο. Σα να ήταν τσακωμένα, ένα πράγμα.

Ένα άλλο πράγμα που σιχαινόταν στο χειμώνα, ήταν η συνεχής, αδιάκοπη νύχτα. Δεν ήταν προικισμένος από τη φύση με καταπληκτική όραση και, εδώ που τα λέμε, μπορεί να ήταν και αυτός ο λόγος της αδεξιότητάς του. Βασικά, δεν έβλεπε ούτε τη μύτη του. Πράγμα που μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις να μην είναι, βέβαια, σημαντικό, αλλά όταν η προαναφερθείσα μύτη τριπλασιαστεί σε μέγεθος μετά από δυνατές μετωπικές συναντήσεις, κυρίως με αλεπούδες του χιονιού, (οι οποίες, για κάποιο λόγο φαινόταν να του έχουν αδυναμία), θεωρούσε ότι αυτή τη μύτη, τουλάχιστον, θα μπορούσε – θα έπρεπε – να τη βλέπει.

Ανθρώπους δεν είχε δει ποτέ. Από τις ιστορίες που άκουγε, είχε πέσει στην αντίληψή του ότι ήταν όντα κατώτερα, χωρίς τρίχωμα για να προστατευτούν από το κρύο, χωρίς κοφτερά νύχια, ή δόντια, ή κέρατα για να μπορέσουν να κυνηγήσουν ή να αμυνθούν. Ακούγονταν να είναι περίεργα πλάσματα. Πώς να κατάφερναν άραγε να επιβιώσουν; Σκεφτόταν ότι μάλλον χρησιμοποιούσαν μαγικά – με ποιον άλλον τρόπο;

Η υπόθεσή του επιβεβαιώθηκε όταν, κάποια στιγμή, εκεί που προσπαθούσε να ισορροπήσει με όση αξιοπρέπεια του απέμενε, μετά από τρεις συνεχόμενες πτώσεις, είδε σε μικρή απόσταση από εκείνον, ένα φως. Προχώρησε προς τα εκεί διστακτικά, με μεγάλη περιέργεια.

Μια φιγούρα ήταν γονατισμένη εμπρός στο φως, στο οποίο όσο πλησίαζε, έβλεπε καθαρά ότι ήταν σίγουρα μαγικής προελεύσεως: είχε ένα ζωντανό πορτοκαλί χρώμα, κινούταν συνεχώς και κατέστρεφε με μεθοδικότητα τα ξύλα πάνω στα οποία ακουμπούσε, μαυρίζοντας και εξαφανίζοντάς τα. Επιπλέον, όσο πιο κοντά του πήγαινε, τόσο πιο πολύ ζεσταινόταν – και αυτό του άρεσε πολύ.

Ο άνθρωπος τον μυρίστηκε και στράφηκε προς το μέρος του. «Καλώς τον», είπε, μ’ ένα παράξενο χαμόγελο. Το πρόσωπό του ήταν ευγενικό και τα μάτια του σπίθιζαν πονηρά. Δεν του απάντησε, γιατί ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να τον καταλάβει – κατώτερα όντα, σκέφτηκε μ’ έναν αναστεναγμό, μαγικά αλλά κατώτερα, συμπλήρωσε, πλησιάζοντάς τον.

«Σου αρέσει η φωτιά;» του είπε ο άνθρωπος χαϊδεύοντας το μακρύ λαιμό, μέχρι τη ράχη του.

Α, ώστε φωτιά το λένε. Δεν του άρεσε απλά, είχε ενθουσιαστεί. Ήταν ωραία και ζεστά εκεί και, επιπλέον, συνειδητοποίησε καταχαρούμενος ότι έβλεπε καλύτερα. Θα ακολουθούσε τον άνθρωπο και τη φωτιά του όπου και να πήγαιναν. Πλησίασε τη μουσούδα του πολύ κοντά και οσμίστηκε τη μαγεία, και τότε, καθώς προσπαθούσε να μυρίσει με λαχτάρα, συνέβη.

Ένα κατακόκκινο, λαμπερό καρβουνάκι ξεκόλλησε από το πιο μικρό κούτσουρο, αιωρήθηκε για λίγες στιγμές στον αέρα κάνοντας περίπλοκα σχέδια μπροστά ακριβώς από τα μάτια του και προσγειώθηκε πάνω – όχι πάνω, μέσα – μέσα, λοιπόν, στη μύτη του.

Τα μάτια του αλληθώρισαν. Καπνοί βγήκαν από τ’ αυτιά του, ανατρίχιασε μέχρι την άκρη της ουράς του και σχεδόν άρχισε να βελάζει από τον πόνο. Πέρασε όμως πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο φαντάστηκε – σε κλάσματα του δευτερολέπτου ήταν και πάλι εντάξει. Καλύτερα από εντάξει, για την ακρίβεια – δεν κρύωνε πια, έβλεπε πεντακάθαρα ακόμη και στο απόλυτο σκοτάδι (γύρισε πίσω του για να το επιβεβαιώσει) κι ένιωθε δυνατός και σίγουρος για το βήμα του, όσο δεν είχε νιώσει ποτέ στη ζωή του.

Κοίταξε τον άνθρωπο με περιέργεια. Του φαινόταν κάπως… κοκκινωπός. Κοίταξε το χιόνι. Κι αυτό το ίδιο. Πετυχαίνοντας ένα ελαφρύ αλληθώρισμα, κατάφερε να δει τη μύτη του, κι έκανε αμέσως ένα άλμα προς τα πίσω από την τρομάρα του: η μύτη του ήταν κατακόκκινη! Και όχι μόνο αυτό – είχε πάρει και τη λάμψη της φωτιάς! Την έχωσε βιαστικά στο χιόνι. Το κόκκινο φως έσβησε. Αναστέναξε με ανακούφιση και σηκώθηκε όρθιος – να’ το πάλι!

«Έλα τώρα, δεν είναι και τόσο κακό», του είπε ο άνθρωπος, χαϊδεύοντάς τον ανάμεσα στ’ αυτιά. «Τουλάχιστον τώρα θα βλέπεις πού θα πηγαίνουμε».

Θα πηγαίνουμε; Σκέφτηκε ανήσυχος.

«Θα είμαστε μαζί από δω και πέρα», συνέχισε ο άνθρωπος, δείχνοντάς του ένα τεράστιο έλκηθρο που ήταν αραγμένο λίγα μέτρα πιο κει. «Είσαι ιδανικός για μπροστάρης. Για πες μου, έχεις όνομα;»

Δεν απάντησε – προσπαθούσε να συνηθίσει την καινούρια του μύτη. Δεν ήταν κακή, τελικά. Είχε αρκετό γούστο, εδώ που τα λέμε.

«Θα σε φωνάζω Ρούντολφ», είπε ο άνθρωπος. «Πάμε τώρα. Θα κάνουμε πολύ κόσμο ευτυχισμένο, εμείς οι δυο μαζί».

InnerVoice
InnerVoice Επιλεγμένα κείμενα από το inbox μας / info@inner.gr

γράμμα στον αέρα

γράμμα στον αέρα – KourosPosoStoi Μου θυμίζει κάτι παλιό,τόσο παλιό που καταντάει Αρχαίο,έτσι γινόταν πάντα,από τότε που ο πατέρας των Θεών,έκανε αυτό που πρέπει....
miltos miltos
1 δευτ. ανάγνωσης

Η Μουτζούρα – Κική Κωνσταντίνου

kikh kikh
11 δευτ. ανάγνωσης

Αφήστε μια απάντηση