InnerVoice Επιλεγμένα κείμενα από το inbox μας / [email protected]

Η χώρα του τίποτα

Της Ελισάβετ

Αστράφτει. Πολυπληθείς σταγόνες ριψοκίνδυνα κρέμονται από τα κομμάτια ουρανού. “Τι νόημα έχει άλλωστε;”, σκέφτηκε. Πάλι θα ντυθεί, θα φορέσει το χαμόγελο του και θα ξεχυθεί γρήγορα στο πλήθος. Μυρίζει λάσπη και άγχος στους δείκτες του αδηφάγου ρολογιού. Πρέπει να προλάβει. Στη Χώρα του Τίποτα, δεν χωράνε καθυστερήσεις, βροχές, ήλιοι και άλλα συναφή ανούσια κατασκευάσματα.

Ο Τίποτας. Ένας καλοδιατηρημένος πενηντάρης, με λευκές τρίχες στο κεφάλι και στο πρόσωπο, που μόνο κύρος και γοητεία του προσέδιδαν. Μόνιμα κουστουμαρισμένος, τόσο που θα έπαιρνες όρκο πως μέχρι και στις πυτζάμες του περιελάμβανε γραβάτα. Σκούρο μπλε, η αγαπημένη του. Δεν ήταν παρά μονάχα ένας κοινός θνητός όπως Όλοι. Τα στοιχεία που τον καθιστούσαν ξεχωριστό, ήταν οι γνώσεις και η σοφία που του μεταλαμπάδευσαν οι πρόγονοι του, διότι προερχόταν εκ της γνωστής Τιποτένιας οικογενείας. Οικογένεια που έχριζε σεβασμού, από το φάσμα του Όλου, γιατί μεγάλωσε στο εξωτερικό και αναθράφηκε με τον απόλυτο δυτικό τρόπο εκπαίδευσης και που ανιδιοτελώς, στέλνει ανά περιόδους κάποιο από τα μέλη της να διδάξει τις βαπτισμένες σε φιλελεύθερες, ιδέες των Κάποιων στη Χώρα των Όλων.

Όπως είναι η κατανοητό, από σεβασμό και μόνο, η Χώρα των Όλων μετονομάστηκε οικειοθελώς στη Χώρα του Τίποτα.

Στη Χώρα αυτή ισχυρίζονταν πως βασίλευε η Δημοκρατία. Μια κυρία που ουδέποτε κάποιος είχε δει.  Ωστόσο, δεν είχε καμία σημασία, αφού κανένας δεν θα δεχόταν μια δυτικοευρωπαική χώρα του 21ου αιώνα να ελέγχεται απολυταρχικά, με την απουσία της ελεύθερης γνώμης. Όλα επεξεργάζονταν με γνώμονα τη συζήτηση και τις ορθές απόψεις του Τίποτα.

Και όλα κυλούσαν ομαλά.

Στις 6, έπρεπε να ξυπνήσει και στις 7 να δουλεύει ήδη. Στις 3 να φάει και στις 10 να κοιμηθεί. Σύμφωνα με τον Τίποτα, αυτό ήταν το ιδανικό πρόγραμμα για τον Καθένα που ήθελε να θεωρείται παραγωγικός σε μια κοινωνία. Ποιος άλλωστε είναι αυτός που αρνείται την παραγωγικότητα στους ρυθμούς της προοδευτικής φρενίτιδας;

Το πρόγραμμα αυτό ήταν τυπωμένο σε ασπρόμαυρες αφίσες στους δρόμους όλης της χώρας και οποιοσδήποτε ήταν ελεύθερος να το αντιγράψει και να το κολλήσει στους τοίχους του σπιτιού του.

Ο Κανένας ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Μετρίου αναστήματος, χτικιάρικων διαστάσεων και αδιάφορης όψης. Ωστόσο, με βλέμμα τόσο καθηλωτικό, που όσο σε κοίταζε, τόσο δυσκολευόσουν να αντιληφθείς αν παρατηρούσε εσένα ή το κενό μέσα σου. Ένα κοινό όνομα, μια κοινή δουλειά, μια καθημερινότητα που τίποτα δεν είχε να ζηλέψει από την προηγούμενη, βουτηγμένος βαθιά στο σκοτάδι της ρουτίνας, τόσο που αδυνατούσε να συνειδητοποιήσει αν ανέπνεε επειδή το ήθελε ή απλώς έτσι είχε συνηθίσει. Κάποια πρωινά το μαξιλάρι του ήταν μούσκεμα, μα το δικαιολογούσε στον εκάστοτε θριλερικό του εφιάλτη.

Κάθε βδομάδα η κίτρινη τουλίπα του πέθαινε και έβγαινε στην αγορά να μαζέψει άλλη. Δεν είχε στεριώσει λουλούδι πλάι του. Δεν ήταν σίγουρος αν έφταιγε αυτός ή ανέκαθεν επέλεγε τις ελαττωματικές παρτίδες. Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν του άρεσαν τα λουλούδια, ήταν μάλιστα αλλεργικός στη γύρη.

Είχε ένα κατοικίδιο, καλά κρυμμένο μέσα στο δωμάτιο του. Το τάιζε καθημερινά και ανελλιπώς,  πέρα από τις ελάχιστες φορές που χαμογελούσε.

Είχε κι έναν φίλο, με το πιο περίεργο όνομα που τόλμησε ποτέ να ακούσει. Τον Θαρρενό. Ο Θαρρενός είχε αποφοιτήσει με άριστα τη Σχολή Μεταφραστών και έπειτα ταξίδεψε σε πληθώρα χωρών για να μεταφράζει στη γλώσσα του, τις λέξεις δίχως νόημα. Στην επιστροφή μάλιστα, από ένα ταξίδι του, έφερε μαζί του μια κόκκινη τουλίπα. Ισχυριζόταν πως στις άλλες χώρες οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να διαλέγουν τουλίπες σε οποιοδήποτε χρώμα τους εξέφραζε. Κανείς δεν τον πίστεψε. Για την ακρίβεια Όλοι προσποιούνταν πως η κόκκινη τουλίπα που τόσο αγαπούσε και ευλαβικά φρόντιζε ήταν ανυπόστατη και αόρατη και πως αφού μονάχα εκείνος την έβλεπε, έπασχε από βαριά σχιζοφρένεια. Κλείστηκε στο Δρομοκαΐτειο, μετά από εντολή του Τίποτα, διότι οι υποτιθέμενες αναρχικές του εμπειρίες υπονόμευαν την Δημοκρατία.

Ο Κανένας την είχε δει. Ήταν μια κόκκινη τουλίπα.

Δεν αισθάνθηκε θλίψη για την αδικία. Γνώριζε πως ο Θαρρενός δεν ήταν τρελός. Συγκεκριμένα, δεν αισθάνθηκε τίποτα. Μια καθωσπρέπει αδράνεια φύτρωνε μέσα του και παρέλυε σταδιακά το κορμί του. Ωστόσο, δεν ανέβαζε πυρετό. Το βλέμμα του εξακολουθούσε να παραμένει το ίδιο, με τη μοναδική διαφορά ότι πλέον το κενό άνηκε σε εκείνον.

Σταμάτησε να βρέχει στο μαξιλάρι του. Η εκάστοτε κίτρινη τουλίπα του μαραινόταν και το κατοικίδιο του μεγάλωνε με ταχύτητα γεωμετρικής προόδου. Πλέον δεν αμελούσε ποτέ να το ταΐσει.

Και οι μέρες αντικαθιστούσαν η μια την άλλη.  Κάθε πρωί σιδέρωνε και φορούσε το χαμόγελο που είχε αγοράσει στις εκπτώσεις από ένα πολυκατάστημα. Το βράδυ το έπλενε και το κρεμούσε στην ξύλινη καρέκλα με σπασμένο το ένα πόδι, δίπλα από σάπιο από τη σκουριά γραφείο του. Ήξερε και άλλους που είχαν αγοράσει χαμόγελα από εκείνο το μαγαζί. Σε καλή τιμή και πολύ προσεγμένα. Δύσκολα αντιλαμβανόταν κανείς την απομίμηση τους.  Με τον πρώτο μισθό του μήνα είχε αγοράσει κι άλλα συναισθήματα. Τη Συμπόνια για καθημερινή χρήση, την Έκπληξη για κάθε λογής περίσταση που θα έπρεπε να τον εντυπωσιάσει και την Χαρά για τις γιορτές που ακολουθούσαν. Ήταν λιγάκι ακριβή η τελευταία, αλλά δεν είχε και επιλογή. Κοντοζύγωναν Χριστούγεννα.

Εκείνο το πρωινό έβρεχε καταρρακτωδώς. Πήρε την καφετιά ομπρέλα του με το μισοσπασμένο χερούλι και χάθηκε στους δρόμους της μεγαλούπολης. Στο υποχρεωτικό διάλειμμα του οκταώρου, βγήκε στην πίσω αυλή για ένα στριφτό στα γρήγορα. Με τον λιωμένο πάτο από το σκαρπίνι του έπνιγε και την τελευταία τζούρα. Έτοιμος να συνεχίσει τη γραφική του ρουτίνα, έκανε να μπει μέσα, όταν στα πόδια του προσγειώθηκε άτσαλα ένα πληγωμένο σπουργίτι. Ναι, ήταν ένα σπουργίτι! Το συναίσθημα της Έκπληξης γεννήθηκε ξαφνικά στα σωθικά του. Δεν ήταν αυτό που αγόρασε, ήταν αυθεντικό. Στάθηκε αδρανής για μερικά δευτερόλεπτα να επεξεργάζεται το πτηνό. Ο χρόνος  εχθρός του, καθώς το διάλειμμα είχε λήξει. Περιμάζεψε το πτηνό στη χούφτα του και το έκρυψε καλά στην τσέπη από το σακάκι του. Κανείς δεν έπρεπε να το δει. Στη Χώρα του Τίποτα επιτρέπονται μόνο τα λουλούδια. Αν τον έβλεπε κανείς να αγκαλιάζει ένα σπουργίτι, θα τον θεωρούσαν ανώμαλο και θα είχε τέλος χειρότερο και από αυτό του Θαρρενού. Ανυπομονούσε να γυρίσει σπίτι. Ο δείκτης στο 3. Είχε κιόλας εξαφανιστεί. Έπρεπε να φροντίσει το σπουργίτι.

Ο χρόνος ρυάκι τώρα που στο διάβα του συνέλεγε όλες τις στιγμές που ο Κανένας βίωνε με το σπουργίτι του. Το κατοικίδιο του το αμέλησε, τόσο που αδυνάτισε, έγινε μια στάλα και σχεδόν δεν ανέπνεε μέσα του. Το σπουργίτι δίδαξε στον Κανένα όλων των ειδών τα συναισθήματα και του έμαθε πώς να πετάει χωρίς φτερά. «Ο καθένας είναι ικανός να πετάξει, αρκεί να το θέλει, τα μέσα δεν έχουν καμία σημασία», συνήθιζε να λέει.

Η καθημερινότητα του απέκτησε νόημα. Ανέπνεε, επειδή το ήθελε. Έμαθε να διαβάζει την ουσία και τη συναντούσε σε ευτελή πράγματα που ως τότε αδιαφορούσε για την ύπαρξη τους. Για παράδειγμα, στους συνανθρώπους του.

Ωστόσο, είχε πάψει να ασχολείται με κίτρινες τουλίπες. Γεγονός που κίνησε την περιέργεια του Τίποτα και του στρατού του. Κακεντρεχή σχόλια μιας πολεμοχαρούς ασυνείδητης κοινωνίας που από την υπερβολική δόση υποδούλωσης, στο χέρι της αντηχούσε μονάχα ο δείκτης. Μια εντολή αρκούσε για να γίνει η εισβολή. Πως σε μια Τιποτένια Χώρα που όλοι παντρεύονται κίτρινα λουλούδια, έχει το θράσος κάποιος να αγαπήσει ένα σπουργίτι;

Έκτακτη Απόφασις:

“Υπονόμευση της «Δημοκρατίας»”

Μια τουφεκιά υπόθεση.

Μια τουφεκιά ικανή να σκοτώσει, να γεννήσει και να μεγαλώσει το κατοικίδιο που τον κατασπάραξε.

InnerVoice
InnerVoice Επιλεγμένα κείμενα από το inbox μας / [email protected]

HOMO TRAVELLUS

vasdrag vasdrag
1 δευτ. ανάγνωσης

Η 5Η ΣΠΑΡΤΑΚΙΑΔΑ στην Ανδραβίδα!

SOFIAAGRA SOFIAAGRA
1 δευτ. ανάγνωσης

Αγαπώ την Αίγινα γιατί…

charis_gantzoudis charis_gantzoudis
19 δευτ. ανάγνωσης

Αφήστε μια απάντηση