Ουτοπία

Ακούγεται το κουδούνι. Αν κρίνω από την προσήλωσή μου στην ταινία που βλέπω, θα ορκιζόμουν πως άκουσα πυροβολισμό. 

Ανοίγω την πόρτα κι αντικρίζω έναν νεαρό, ψηλό, μεταμφιεσμένο σε γυναίκα. Κακόγουστα ρούχα, μια ξανθιά περούκα και πρόχειρο μακιγιάζ, περιγράφουν όσο καλύτερα γίνεται αυτό που βλέπω. Πριν προλάβω να μιλήσω, μου λέει ‘Πρέπει να μπω στο σπίτι σου, στο δωμάτιό σου βρίσκεται ένας φίλος μου. Έχει έρθει να σε ληστέψει και πρέπει να τον σταματήσω’. Τρέχει προς το δωμάτιό μου και συναντάει έναν τύπο εξίσου μεταμφιεσμένο, τον αρπάζει απ’ το χέρι κι αρχίζουν να χαζογελάνε και να χορεύουν.

Πρέπει να ξύπνησα μετά από δέκα λεπτά. Ξαπλωμένη στο νέο μου χαλί, αναρωτιόμουν αν αυτό που έζησα άγγιζε κάποιο όριο της πραγματικότητας. Το κεφάλι μου είναι βαρύ και χτυπημένο από.. υποθέτω μια γλάστρα με κάποιον κάκτο. Το σπίτι έχει μια ανδρική μυρωδιά, απ’ τις φθηνές κολόνιες τους και τα μισά μου αντικείμενα απουσιάζουν. Κι όταν λέω αντικείμενα, εννοώ τα πολύτιμα. Εκείνα για τα οποία ταξίδεψα, περπάτησα, γνώρισα ανθρώπους για να τα αποκτήσω. Το καθόλου καθαρό μυαλό μου δε με βοηθάει καθόλου να σκεφτώ τι μπορεί να έγινε. Τα μάτια μου, όμως, ήταν εκεί. Ορθάνοιχτα και περίεργα, στραμμένα προς το απέναντι σπίτι. Ένα σπίτι το οποίο συνηθίζω να παρατηρώ όταν απολαμβάνω κάποιο ρόφημα ή ποτό. Από τσάι μέχρι κρασί κι από καφέ μέχρι λικέρ. Πάντα μου κεντρίζει το ενδιαφέρον ο κόσμος ο οποίος παρευρίσκεται σε αυτό το σπίτι σε διάφορες περιστάσεις του. Σήμερα φαίνεται να έχουν ένα πάρτι. Ένα πάρτι μασκέ.

Άνθρωποι μεθυσμένοι, κρέμονται από τοίχους και ισορροπούν σε καρέκλες. Άλλοι, φτύνουν ποτά στον αέρα κι άλλοι φωνάζουν με όλη τους τη δύναμη. Φαίνεται πως κανένας δεν έχει πλήρη συνείδηση.

Χωρίς να το σκεφτώ πολύ, τρέχω στη ντουλάπα κι αρπάζω ό,τι πιο περίεργο περιλαμβάνει η γκαρνταρόμπα μου. Μια πράσινη δερμάτινη φούστα, γυαλιά στο ίδιο χρώμα, ένα μωβ σακάκι, μια ροζ περούκα και τη θέλησή μου να βρω τα κλοπιμαία.
Φτάνω στο σπίτι. 

Η μουσική είναι πολύ δυνατή και πολύ τέκνο για μένα. Οι φωνές που ακούω, ξεπερνούν την ένταση της μουσικής. Κάτι συμβαίνει και αυτό που συμβαίνει δεν είναι καθόλου καλό. Η πόρτα του σπιτιού είναι ανοιχτή. Όλοι έχουν μαζευτεί στο μπαλκόνι και φωνάζουν και παρακαλούν.

 Πλησιάζω διστακτικά, κι από μια γωνιά, παρατηρώ έναν τύπο γύρω στα πενήντα, ο οποίος φαίνεται να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή τη γιορτή. Δίπλα του οι δύο ληστές του σπιτιού μου, η οικοδέσποινα κι άλλοι δύο αδιάφοροι.

 Μπροστά του ακριβώς, ένα κορίτσι όχι πάνω από δέκα ετών, το οποίο κρατά ένα ποτήρι νερό, μέσα στο οποίο φαίνεται να στροβιλίζονται και να θέλουν να διαλυθούν πολλά χάπια. Ο πατέρας της, ο πρωταγωνιστής, της φωνάζει, τη διατάζει να το πιει. Η μικρή, καθόλου φοβισμένη, πίνει μια γουλιά, τη φτύνει και γελά. Οι υπόλοιποι συνεχίζουν να θέλουν να σώσουν τον πρωταγωνιστή από κάτι που ακόμα δεν έχω καταλάβει. Εκείνος τραβά κάτι μέσα από την τσέπη του, πηδάει από το μπαλκόνι και μετά από ένα δευτερόλεπτο, έκρηξη. Η μικρή λιποθυμά.

Μακάρι να μπορούσα να πω πως αυτή τη στιγμή με ενδιαφέρει να βρω τα αντικείμενα που λίγη ώρα πριν μου έκλεψαν, ή έστω να πω πως χάρηκα που ήρθα σε ένα τέτοιο πάρτι.

Πολλοί απ’ αυτούς, κατεβαίνουν στο ισόγειο κι αντικρίζουν έναν άντρα, παντού. Σαν τα ανέκδοτα για τη μικρή Αννούλα. Στοιχηματίζω πως το πλάνο του γι’ απόψε ήταν να τους εξαφανίσει όλους μέσα από αυτή την έκρηξη, όμως τα τελευταία λεπτά το μετάνιωσε κι εξαφανίστηκε μόνος του.

Κι ενώ όλα διαδραματίζονται σε αργή κίνηση, ξαφνικά ζωντανεύουν και γίνονται πιο έντονα από οτιδήποτε έχω ζήσει. Με βρίσκω αγκαλιά με εκείνο το δύστυχο, ορφανό κορίτσι, που λίγα λεπτά πριν κατάπιε λίγες γουλιές από τα λιωμένα εκείνα χάπια που θα την σκότωναν κι ο πατέρας της έγινε χαρτομανία. Ενστικτωδώς, χώνω τα δάχτυλά μου στο στόμα της για να μπορέσει να αποβάλλει αυτό το κοκτέιλ δηλητηρίου. Οι γύρω μου φαίνεται να δυσαρεστούνται. Τα καταφέρνω κι αμέσως της δίνω να πιει νερό, όσο περισσότερο μπορώ.

Θα μπορούσα να πω πως υπέγραψα την καταδίκη μου. Στον κόσμο αυτόν που ζούμε, δεν υπάρχουν κηδεμονίες, δεν υπάρχουν ορφανοτροφεία. Τα παιδιά που για κάποιο λόγο καταλήγουν μόνα, τα αναλαμβάνει όποιος τα λυπηθεί πρώτος. Η καταδίκη μου περιλαμβάνει εμένα κι αυτήν. Τη μικρή Μόλυ.

Μιλάμε για ένα μυστήριο, παραμυθένιο πλάσμα που κανείς έως τώρα δεν έχει καταφέρει να περιγράψει. Κατάμαυρο μαλλί, βγαλμένο απ’ την πιο καμμένη στάχτη. Στόμα πλατύ. Δηλαδή όχι ακριβώς στόμα. Απλά μια πλατιά γραμμή από τη μία έως την άλλη πλευρά του προσώπου της. Μάτια απομακρυσμένα μεταξύ τους, σαν να προσπαθούν να φύγουν από το κρανίο της και βλέμμα γεμάτο περιέργεια και σίγουρα καθόλου πόνο για τον πρόσφατο χαμό του πατέρα της.

Όλοι αρχίζουν να δημιουργούν έναν νοητό κύκλο γύρω μας. Λες κι αυτό το κορίτσι έχει την πιο θανατηφόρα ασθένεια στον κόσμο. Όλοι την κοιτούν φοβισμένοι. Κάποιοι μαζεύουν τα πράγματά τους και φεύγουν κι άλλοι απλά σιωπούν. Θέλω να μιλήσω, να ρωτήσω κάτι, να μάθω. Το μόνο που κάνω, είναι να κρατώ τη Μόλυ, πολύ σφιχτά. Την προστατεύω από αυτά τα βλέμματα. 

Αρχίζει να σιγοτραγουδάει κάτι σαν νανούρισμα και χαμογελάει. Η αστυνομία και το ασθενοφόρο έχουν φτάσει κι εκείνη φαίνεται να μην επηρεάζεται από κανέναν και τίποτα. Σηκώνεται όρθια, με κρατά απ’ το χέρι και με τραβά προς τον ουρανό. Από τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκομαι από το έδαφος, στο απόλυτο τίποτα. Μια μεταμφιεσμένη κοπέλα πετάει στον αέρα μαζί με μια δεκάχρονη κάτι.. δεν ξέρω τι είναι! 

Κάνει ελιγμούς στον αέρα καθώς το τραγούδι της γίνεται πιο δυνατό. Εγώ φωνάζω και ταυτόχρονα ξεμαλλιάζομαι. Κάποια ρούχα έχουν χαθεί στον αέρα και το μισό μου θάρρος το ίδιο. Της μιλάω, της ζητάω να μου εξηγήσει, την παρακαλάω να με αφήσει. Η μόνη της απάντηση είναι το τραγούδι της. Αναφέρω τον πατέρα της, αναφέρω αυτή την έκρηξη που κανείς, ποτέ δε θα ξεχάσει. Μιλάω για τη ζωή μου την τόσο σημαντική, που θέλω να με αφήσει να συνεχίσω. Φτάνει στο ρεφρέν.

Στο σημείο εκείνο καταλαβαίνω πως η Μόλυ δεν θέλει να μιλάει και δε την ενδιαφέρει απολύτως τίποτα. Το μόνο πράγμα που ξέρει να κάνει είναι να αντιγράφει τις μελωδίες και να τις εκφράζει μέσω της φωνής της που θα έλεγε κάποιος πως μπορεί εύκολα να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται κανείς τον ήχο. 

Πέρασαν πολλές μέρες κι εμείς ακόμα βρισκόμασταν στον αέρα. Είχα πλέον καταλάβει πως κάπου θέλει να με πάει και όλες μου οι προσπάθειες για να με αφήσει ελεύθερη, είχαν χαθεί. Διψούσα, πεινούσα, είχα κουραστεί.

 ”Φτάσαμεεεε”, μου λέει τραγουδιστά. Κοιτάζω γύρω μου και δε βλέπω τίποτα. Δεν υπάρχει έδαφος, δεν υπάρχει οξυγόνο, ασφυκτιώ, δεν υπάρχει χρώμα στον ουρανό, δεν υπάρχουν σύννεφα, μα πάνω απ’ όλα, δεν υπάρχει ήχος. Κι επειδή ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι φτιαγμένος για να ακούει ήχους, εγώ αρχίζω να χάνω την ακοή μου. 

Η μικρή χαμογελάει. Μου περιγράφει μέσω ενός τραγουδιού πως αυτή είναι η ουτοπία. Το σημείο όπου όλοι θέλουν να φτάσουν για να αισθανθούν την απόλυτη ευτυχία και κάθε φορά που οδηγεί κάποιον εκεί, εκείνος νιώθει ευτυχισμένος. Αδειάζει το μυαλό του από κάθε τι και λίγες ώρες μετά τον πηγαίνει ξανά στο έδαφος. Το τελευταίο της θύμα ήταν ο πατέρας της, ο οποίος έχασε τα λογικά του, προσπάθησε να την σκοτώσει κι όταν είδε πως αυτό δε γίνεται, αποφάσισε να χαθεί μέσα σε μια έκρηξη. 

Το μυαλό μου σταματάει να λειτουργεί και το απόλυτο κενό, κατακλύζει όλες τις αισθήσεις μου. Δεν ακούω ούτε την ίδια τη Μόλυ που ακόμα με κρατάει. Την παρακαλάω με όση δύναμη έχει απομείνει στη φωνή μου, να με αφήσει. Να χαθώ εκεί. Αυτό θέλω. Ίσως αυτό που αισθάνομαι είναι η ουτοπία μου και δε θέλω να επιστρέψω ξανά. Πουθενά και κοντά σε κανέναν. Αυτό που υφίσταται τώρα είναι μια τερατώδης δυστυχία ή ευτυχία. Δε μπορώ να το διαχωρίσω. Ίσως αυτό είναι η ουτοπία.

Και η μικρή με αφήνει να χαθώ σε αυτό το κενό και σε αυτό αιωρούμαι αιώνια.

kiddy

γράμμα στον αέρα

γράμμα στον αέρα – KourosPosoStoi Μου θυμίζει κάτι παλιό,τόσο παλιό που καταντάει Αρχαίο,έτσι γινόταν πάντα,από τότε που ο πατέρας των Θεών,έκανε αυτό που πρέπει....
miltos miltos
1 δευτ. ανάγνωσης

Η Μουτζούρα – Κική Κωνσταντίνου

kikh kikh
11 δευτ. ανάγνωσης

Αφήστε μια απάντηση