Μπέλα, η Χριστουνέλλα – Κική Κωνσταντίνου

Σκηνή γιορτινή που να θυμίζει σπίτι.
Μια γυναίκα γύρω στα σαράντα εμφανίζεται με πιατέλες μελομακάρονα και κουραμπιέδες. Τραγουδάει σε γιορτινό ρυθμό, κάνει δουλειές πχ ξεσκονίζει και ταχτοποιεί, ανοίγει την τηλεόραση, γελάει μόνη της και έπειτα φεύγει ενώ ειδοποιεί πως ήρθε η ώρα να στολίσει το χριστουγεννιάτικό της δέντρο

Επανέρχεται και στην σκηνή υπάρχουν τρεις μπάλες γιορτινές (οι ήρωες μας: Η Μπέλα, ο Αδάμος και ο Ματίας)

Η Μπέλα ειναι ντυμένη ως κόκκινο στολίδι, ο Αδάμος ως μπλε στολίδι και ο Ματίας, πράσινος. Πιο δίπλα, ακόμη ένας ήρωας που κάνει το χριστουγεννιάτικο δέντρο. (προϋπήρχε ο ήρωας αυτός στην σκηνή)

Με έναν τρόπο θα έχουμε καλύψει τα στολίδια (τους ήρωες μας – ίσως με ενα σελοφάν) και η αποκάλυψη θα γίνει απο την οικοδέσποινα του σπιτιού.

Γυναίκα: (αφού τραβαει το σελοφαν) πω πω σκονιστήκατε χρυσούλια μου, σας είχα καταχωνιασμένα στο πατάρι, πόσο χαιρομαι που σας βρήκα μετά από τόσο καιρό.

τα αγκαλιάζει με αστείο ρυθμό, τα φυλάει και τα στολίδια κάνουν αστείες γκριμάτσες στο κοινό που τα βλέπει.

μόλις η κύρια γυρνάει την πλάτη της, εκείνα κάνουν γκριμάτσες και την κοροϊδεύουν ενώ όταν εκείνη γυρίσει μπροστά, εκείνα στέκονται ακίνητα. εκείνη τα πλησιάζει ερευνητικά και μόλις γυρίσει πλάτη αυτά χορεύουν της βγάζουν γλώσσα κτλ, μόλις γυρίσει η γυναίκα εκείνα στέκουν ακίνητα. μόνο το δέντρο στέκεται ακούνητο και σοβαρό σε αυτή την ιστορία.

η γυναίκα θυμάται πως πρέπει να πάει στην γειτόνισσα να πάρει συνταγή για να φτιάξει δίπλες και φεύγει αφήνοντας τα στολίδια μόνα τους.

Μπελα: Επιτέλους ελεύθεροι. Μούδιασα μέσα στο κουτί, αχ πόσο ήθελα να βγω. Επιτέλους Χριστούγεννα!!!!
φωνάζει και αρχίζει να αγκαλιάζεται και να παίζει με τα αλλα στολίδια, τον Αδάμο και τον Ματία. Το δέντρο ακόμη μένει ακούνητο.
Αδαμος: Πέρασε κιόλας ένας χρόνος. Ανυπομονούσα να βγω και πάλι στο προσκήνιο. Πόσο χαίρομαι, Χριστούγεννα!

Ματιας: Γιουπι, γιουπι, γιουπι

Αγκαλιάζονται, φιλιούνται και ξεκινούν να τραγουδούν και να χορεύουν

ΜΕΙΝΕ ΠΑΙΔΙ

«Πέρασε κιόλας ένας χρόνος
ένας χρόνος με όνειρα και προσευχές
ανυπομονούμε να δούμε παιδικά χαμογελά
νήματα χρωμάτων – ζωές.

Ελαφάκια, ταρανδάκια, άγιους Βασίληδες πολλούς
δώρα, κάλτσες και στολίδια, να αγκαλιάσουμε κόσμους νοερούς
το πνεύμα των Χριστουγέννων ανήκει στα παιδιά
και εμείς θα ηχήσουμε στο νέο κόσμο, με μιαν αγκαλιά.

Μέσα στα μάτια των παιδιών, μένει το πνεύμα μας ζωντανό
χαρούμενοι αισθανόμαστε όταν μας αγγίζουν τα παιδιά
και η ζωή μας μοιάζει να αποκτά σκοπό
όταν θέλω να σου κλέψω ένα σ’ αγαπώ.

Είμαι ένα στολίδι των παιδιών και αγαπώ κάθε χρώμα των τρελών
χορεύω τραγουδώ – ομορφαίνω το βουνό
η ζωη είναι αγνή όταν καταφέρεις να παραμείνεις παιδί.

Μείνε παιδί
Μείνε παιδί
Είσαι ένα στολίδι κι εσύ

Έλα μαζί μου
μπες στο ρυθμό
όπου κι εσύ – όπου κι εγω

Αγαπώ
Σ΄ αγαπώ

τραλαλαλο τραλαλαλο»

Τα στολίδια κουράζονται μετά το τραγούδι και το χορό, φουσκώνουν, ξεφουσκώνουν, λαχανιάζουν και έπειτα στρέφονται προς το ακούνητο και υπεροπτικό δέντρο και ξεσπούν σε γέλια.

Το δέντρο υπεροπτικό στην αρχή, αλλά φανερά εκνευρισμένο όταν ξεκινούν και του πετούν τσίχλες, καραμέλες, χαρτάκια κτλ, αρχίζει να εκνευρίζεται.

Ξαφνικά, σαν κάποιο θεριό να μπήκε μέσα του και χωρίς να τους μιλήσει αρχίζει να τα κυνηγά με αστείο τρόπο στη σκηνή.

Σε κάποια φάση πέφτει κάτω και τα στολίδια και τα τρία τον περικυκλώνουν και κάθονται πάνω του.

Εμφανίζεται η Γυναίκα και μένουν όλοι ακινητοποιημένοι στη σκηνή.

Η Γυναίκα, φανερά σοκαρισμένη, τα πλησιάζει, τα κοιτά με ανοιχτό στόμα και πιάνοντας το μάγουλο της, κοιτάζει τον κόσμο, κοιτάζει εκείνα και αναρωτιέται;

«Πότε στόλισα το δέντρο; Και γιατί έπεσε;»
«Μήπως το στόλισα και δεν το θυμάμαι; Είμαι λίγο αφηρημένη τον τελευταίο καιρό»
«Αλλα πως έπεσε κάτω; Δεν θυμάμαι να το έριξα. Μήπως έκανε σεισμό;»

«Νιαου» ακούστηκε η ζωηρή Μπέλα

«Ψιψίνα μου γύρισες» είπε η κυρία και άρχισε να ψάχνει στα άλλα δωμάτια την χαμένη της γάτα.

Το δέντρο και τα στολίδια σηκώνονται επάνω, αρχίζουν να παίζουν ξύλο με αστείο και χαριτωμένο τροπο, να τραβανε ο ένας τα μαλλιά του αλλού και ξαφνικά παγώνουν στην σκηνή όταν έρχεται ξανά η γυναίκα. Μοιάζουν σα να εχουν στολίσει το δέντρο, σε κατακόρυφη παράθεση αυτή την φορά.

«Ψιψίνα μου, που είσαι γλυκιά μου, έλα στη μανούλα»
Η γυναίκα σοκαρισμένη πάει μπροστά στο δέντρο και τα στολίδια και αρχίζει να κοιτάξει μια το κοινό και μια εκείνα με το στόμα ανοιχτό.

«Δεν είμαι καλά, δεν είμαι καλά. Πότε σήκωσα το δέντρο όρθιο και δεν το θυμάμαι; Θα τρελαθώ σήμερα.»

«Είδατε κάτι εσείς που δεν είδα εγώ; (απευθύνεται στα παιδιά)
συνομιλεί λίγο μαζί τους και στο τέλος παραδέχεται πως κάτι περίεργο συνέβη αλλά αγαπά το πνεύμα των Χριστουγέννων, το εμπιστεύεται και πως ότι γίνει θα γίνει για καλό.

Έπειτα χαιρετά τα παιδιά και πάει για ύπνο.

Αποχωρεί από τη σκηνή και τα στολίδια διάσπαρτα κάθονται στην σκηνή αλλά μακριά ο ένας από τον άλλο,

Το δέντρο υπεροπτικό κάνει δήθεν πως κοιτάζει από την άλλη πλευρά.

Ξαφνικά η Μπέλα αρχίζει να κοιτάει με ενδιαφέρον το δέντρο και καταλήγει να δείχνει ερωτευμένη.

Ο Αδάμος και ο Ματίας την ανακαλύπτουν, την επεξεργάζονται και αρχίζουν να την πειράζουν.

«Σταματήστε πια» Είπε η Μπελα
«Μα το δέντρο; Τι του βρήκες; Είναι ψηλό και άχαρο» Είπε ο Ματίας.
«Ενώ εμείς, φουσκωμένοι και χαριτωμένοι όσο κανείς άλλος» Συμφώνησε ο Αδάμος.
«Μα εσείς είστε φίλοι, αδέρφια, είστε κάτι άλλο. Αχ εγώ, πάντα έτρεφα κάποια συναισθήματα αλλά πέρασε καιρός να καταλάβω… και τώρα είναι Χριστούγεννα και νιώθω τόση αγάπη αλλά και μοναξιά. Θέλω αγαπη, πολλή αγαπη.» Η Μπέλα μελαγχόλησε και τα στολίδια την αγκάλιασαν.

Το δέντρο μοιάζει να ακούει και να συμφωνεί. Το πρόσωπό του μαλάκωσε και ο κορμός λύγισε. Κουνιόταν προς τα εκεί σαν να ήθελε να τους αγκαλιάσει, Μόλις γύρισαν τα βλέμματά τους προς τα εκεί, το δέντρο δήθεν αδιαφόρησε.

«Καλός είναι μωρέ, ίσως με λίγη χρυσόσκονη και κάποια επιπλέον γιρλάντα γίνει πιο γλυκούλης» είπε ο Αδάμος.

«Μπα…» είπε ο Ματίας για να εισπράξει άγρια βλέμματα Μπέλας και Αδάμου.
«Καλά μωρέ, μπορεί να γίνει λίγο πιο χαριτωμένος αλλα σαν εμάς ποτέ. Κι έπειτα δεν εχει όνομα. Μα είναι δυνατόν να μην εχει όνομα; Τον Δέντρο; Μα δέντρο;» Με αστείες κινήσεις απευθύνεται στο κοινό.

Το δέντρο μοιάζει να στενοχωριέται και η Μπέλα του χαμογελά. Ο Αδάμος, δίνει μια καρπαζιά στον Ματία και τον παίρνει αγκαλιά για να αποχωρήσουν από την σκηνή.

«Ας μείνουν για λίγο μόνοι» Ακούγεται ένας ξεφτισμένος απόηχους του Δήμου.

Η Μπέλα και το Δέντρο κοιτάζονται και νιώθουν μια γλυκιά θαλπωρή. Λίγα λεπτά με διστακτικά χαμόγελα και κινήσεις ντροπής μοιάζουν να τους φέρνουν πιο κοντά.

Ξαφνικά, το πρώτο βήμα γίνεται:

Η Μπελα τραγουδά:

ΕΣΥ ΚΑΙ ΕΓΩ

Σε θαυμάζω και σε ακολουθώ
σε ένα πνεύμα γιορτινό
δεν ξέρω πλήρως το σκοπό
μα ότι νιώθω είναι αληθινό

Πράσινο και κόκκινο, μoνίμως ταιριαστό
ένα φύλλο εσύ και ένα στολίδι εγώ
πιασε το χέρι μου, μπες στο ρυθμό
όπου κι εσύ – όπου κι εγω

χαχαχα
θυμάσαι;

(σε αυτό το σημείο πιάνονται με το δέντρο αγκαλιά και χορεύουν)

Τα πρώτα χρόνια της ντροπής
σε ερωτεύτηκα όσο κανείς
έμοιαζες απλησίαστος και υπεροπτικός
μα μην ξεχνάς είμαι στολίδι και είμαι τύπος λαμπερός (κλείνει το μάτι στο κοινό)

Πράσινο και κόκκινο, μόνιμος ταιριαστό
ένα φύλλο εσύ και ένα στολίδι εγώ
πιασε το χέρι μου, μπες στο ρυθμό
όπου κι εσύ – όπου κι εγώ

όπου κι εσύ – όπου κι εγώ
όπου κι εσύ – όπου κι εγώ

(σε αυτό το σημείο στέκονται στην μέση της σκηνής, με αστείο κάπως τροπο και σταματούν να χορεύουν ενώ κοιτάζουν ο ένας τον άλλο)

Σε θαυμάζω και σε ακολουθώ
σε ένα πνεύμα γιορτινό
δεν ξερω πλήρως το σκοπό
μα ότι νιώθω είναι αληθινό

Τα πρώτα χρόνια της ντροπής
σε ερωτεύτηκα όσο κάνεις
έμοιαζες απλησίαστος και υπεροπτικός
μα μην ξεχνάς είμαι στολίδι και είμαι τύπος λαμπερός (κλείνει το μάτι στο κοινό)

χαχαχα
θυμάσαι;

(σε αυτό το σημείο η Μπελα του κάνει υπόκλιση, το δέντρο της φυλάει το χέρι και εμφανίζεται στην σκηνή η Γυναίκα)

σοκαρισμένη τους πλησιάζει, εκείνα μενουν ακίνητα αλλα γελάνε και εκείνη τα προσπερνά, βάζει το χέρι της στο μάγουλο, κοιτάζει τον κόσμο και γεμάτη απορία λέει:

«Ε ποτέ»

ΤΕΛΟΣ!!!!!!!!

kikh

ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΟΥ

InnerVoice InnerVoice
0 δευτ. ανάγνωσης

Μια Λευκή Σελίδα

Nelie Nelie
0 δευτ. ανάγνωσης

Αφήστε μια απάντηση