Η Νεράιδα των Γενεθλίων – Κική Κωνσταντίνου

 
Κάπου εκεί στον ουρανό, ανάμεσα στα τόσα άστρα υπάρχει και ένα άλλο που είναι
μοναδικό! Ναι είναι όντως μοναδικό! Έχει σχήμα καρδιάς και λάμπει μέρα – νύχτα!
           
Σε κείνο λοιπόν το αστέρι που δε μοιάζει με τα συνηθισμένα αστέρια και φυσικά
δεν φαίνεται ποτέ από τη γη, κατοικούν οι νεράιδες των γενεθλίων.
           
Οι νεράιδες των γενεθλίων μοιάζουν πάρα πολύ με τις πεταλούδες. Έχουν κι αυτές
πολύχρωμα φανταχτερά φτερά, είναι μικροσκοπικές, όμορφες, λαμπερές, ελεύθερες
και το σώμα τους είναι ίδιο με αυτό των ανθρώπων, αρκετά πιο μικροσκοπικό
φυσικά.
           
Μιλούν τη δική τους διάλεκτο, μια διάλεκτο που μόνο τα μικρά παιδιά μπορούν να
κατανοήσουν και είναι ορατές επίσης μονάχα από τα παιδιά.
           
Άλλες είναι ξανθές, άλλες μελαχρινές, άλλες κοκκινομάλλες, άλλες γαλανομάτες,
άλλες πρασινομάτες, άλλες φοράνε κόκκινο φουστάνι, άλλες ροζ, άλλες μπλε, άλλες
μοβ, άλλες πάλι φοράνε μπλούζα με φούστα ή με παντελόνι. Γενικά στην εμφάνιση
δε διαφέρουν από τη μορφή μιας καθημερινής κοπέλας μόνο που είναι πολύ πιο
μικροσκοπικές και έχουν στη πλάτη τους τα πολύχρωμα μεγαλοπρεπή φτερά τους για
να τους θυμίζουν πως υπάρχουν για να ατενίζουν τον ουρανό ελεύθερες και
υπερήφανες!
           
Όλες τους κρατούν ένα μαγικό ραβδάκι στα χέρια τους, το οποίο είναι ασημί και
έχει σχήμα καρδιάς, ίδιο με αυτό του πλανήτη τους και κάθε φορά που κάποιο από
τα παιδάκια που έχει η καθεμία υπό την επιτήρησή της, έχει γενέθλια, τότε αυτή
κατεβαίνει στη γη, επισκέπτεται το παιδάκι, το ακουμπά με το ραβδάκι της μαλακά
στο σωματάκι του και συγκεκριμένα κάτω από το αριστερό στήθος, εκεί δηλαδή που
είναι η καρδούλα του, θέλοντας να του δώσει δύναμη και υγεία για να συνεχίσει
τη πορεία της ζωής του.
           
Σήμερα λοιπόν ήταν η μέρα να κατέβει στη γη η Μελιστάλαχτη για να επισκεφτεί
και να «μαγέψει» και το ραβδάκι της τα δικά της παιδιά.
           
Η Μελιστάλαχτη είναι μια πανέμορφη τρυφερή νεραϊδούλα που αγαπάει πολύ τα φυτά
και τον άνεμο, το γλυκό άνεμο… αυτόν που μοιάζει να της κελαηδάει.
           
Στο πλανήτη της φροντίζει καθημερινά τα φυτά του και κάθε φορά που φυσάει λίγο
δροσερό αεράκι παρακολουθεί εκστασιασμένα το γλυκό χορό που απολαμβάνουν τα
φυτά της παρέα με τη συντροφιά του ανέμου….
           
Λατρεύει να παρατηρεί το κυματιστό αέρινο χορό των φυτών της γιατί πάνω απ’ όλα
τις θυμίζουν το πόσο ωραία είναι να πετάς ελεύθερος και αυτή ξέρει πώς γεύθηκε
για να ατενίζει τον ουρανό και τη γη ελεύθερη και να αγκαλιάζει αυτά που τόσο
πολύ αγαπούσε, τα οποία δεν ήταν άλλο πέρα από τα παιδιά της, από τα δικά της
παιδιά που σήμερα που ήξεραν πως θα τα επισκεπτόταν τη περίμεναν πως και πως…
           
Επειδή ήξερε πως η σημερινή της διαδρομή θα ήταν ιδιαιτέρα κουραστική αλλά και
ευχάριστη συνάμα, φρόντισε να κοιμηθεί νωρίς το προηγούμενο βραδυ για να είναι
ξεκούραστη και ευδιάθετη την ημέρα αυτή που θα συναντούσε ξανά, ύστερα από έναν
ολόκληρο χρόνο τα 150 παιδιά της που κατοικούσαν σε πέντε ηπείρους…
           
Χαιρέτησε λοιπόν πουρνό πουρνό τις υπόλοιπες νεράιδες και έφυγε βιαστικά για το
ταξίδι της στη γη. Η αλήθεια είναι πως ανυπομονούσε να δει τα παιδιά της που
τόσο πολύ της είχαν λείψει όπως επίσης και σε αυτά το ίδιο γιατί μη ξεχνάτε πως
ήταν τα μόνα που μπορούσαν να τη δουν και να συνομιλήσουν μαζί της σε μια
διάλεκτο που οι μεγάλοι ποτέ δε θα κατανοούσαν… και δε θα κατανοήσουν!
           
Λίγο πριν φτάσει στη γη και ενώ την έβλεπε ξεκάθαρα καθώς ερχόταν κατά πάνω της
αισθάνθηκε πως κάτι βαρύ έπεσε επάνω της και της έκοψε τη ταχύτητα με την οποία
πετούσε….
           
Πριν καλά καλα προλάβει να διαπιστώσει πως είχε τυλιχτεί ανάμεσα σε κάτι
δίχτυα, αισθάνθηκε τα φτερά της να πονούν και να μην ανοίγουν όπως θα έπρεπε να
ανοίξουν για να συνεχίσει να πετά στη πορεία της.
           
Ταράχθηκε και φοβήθηκε πολύ όταν αντιλήφθηκε πως είχε πέσει θύμα του κακού
Αχμέντιου, ενός ανθρώπου – νυχτερίδα, που δεν αγαπούσε τα παιδιά και μισούσε
όλων των ειδών τις νεράιδες…
           
Ο Αχμέντιος όπως σας προείπα ήταν ένας φαινομενικά μικροσκοπικός άνθρωπος που
κατοικούσε σε σώμα νυχτερίδας και αντί για ραβδί κρατούσε ένα δίχτυ, με το
οποίο προσπαθούσε να αιχμαλωτίζει τις νεράιδες και η αλήθεια είναι πως στο
παρελθόν είχε καταφέρει να αιχμαλωτίσει πολλές, τις οποίες μάλιστα κρατούσε
φυλακισμένες σε κλουβιά από δίχτυα που διατηρούσε στο κομήτη του, ονόματι
Μεχμέντιο.
           
Ένα βράδυ λοιπόν, η Αγάπη, η αρχηγός των νεράιδων πήγε στο πλανήτη του και
έδωσε μάχη μαζί του προσπαθώντας να ελευθερώσει τις νεράιδες και η αλήθεια
είναι πως τα κατάφερε! Ναι τα κατάφερε! Απελευθέρωσε τις ομήρους και έκανε ένα
ξόρκι στον Αχμέντιο, με το οποίο του αναίρεσε τα δίχτυα για να μη μπορεί να
φυλακίσει καμιά νεβρίδα ποτέ ξανά και η αλήθεια είναι πως από τότε είχε να
φυλακίσει ξανά νεράιδα, μέχρι σήμερα φυσικά, που έπιασε στα δίχτυα του τη
Μελιστάλαχτη, η οποία αν και δεν είχε γεννηθεί την εποχή εκείνη είχε ενημερωθεί
από άλλες νεράιδες για την ιστορία του εχθρού για αυτές Αχμέντιου.
           
Τρόμαξε τόσο όταν είδε τον Αχμέντιο να τη πλησιάζει που λιποθύμησε και όταν
συνήλθε διαπίστωσε πως είχε μεταφερθεί στον πλανήτη Μεχμέντιο και βρισκόταν
φυλακισμένη στο κλουβί από δίχτυ που είχε κατασκευάσει ο ίδιος για να μπορεί να
χωρά τις μικροσκοπικές νεράιδες….
           
Φοβήθηκε, πανικοβλήθηκε, έκλαψε γοερά και στη συνέχεια δυνατά, σκορπίζοντας
παντού τη χρυσόσκονή της γιατί πρέπει να σας πω πως οι νεράιδες δεν είχαν
δάκρυα… αντί για δάκρυα σκορπούσαν χρυσόσκονη, είτε ήθελαν να κλάψουν λόγο
λύπης, είτε λόγο χαράς…

           Όταν όμως σκέφτηκε τα προσωπάκια των μικρών παιδιών που θα τη περίμεναν σήμερα
ανυπόμονα μπροστά στη μπαλκονόπορτά τους, πείσμωσε, θύμωσε, πήρε βαθιά ανάσα,
σκούπισε τη χρυσόσκονη που έτρεχε από τα ματιά της, οπλίστηκε με θάρρος και
πυγμή και διέταξε με σκληρή φωνή:
–         Σε
διατάζω να με ελευθερώσεις αυτή τη στιγμή!
–         Με
διατάζεις; Εσύ διατάζεις εμένα; Από πού κι ως που; Εσύ βρίσκεσαι μέσα στο
κλουβί και όχι εγώ… άρα εγώ κάνω κουμάντο εδώ μέσα, κατάλαβες; Αποκρίθηκε με
ψυχρή φωνή και μετέπειτα ξέσπασε σε γέλια πανηγυρισμού.
–         Ακούς
τι σου λέω; Ελευθέρωσέ με αυτή τη στιγμή! Τα παιδιά μου με περιμένουν και εγώ
έχω ήδη αργήσει!
–         Σιγά
μωρέ… ποιος νοιάζεται γι’ αυτά;
–         Εγώ!
Γι αυτό άνοιξέ μου να φύγω αυτή τη στιγμή! Ήδη με καθυστέρησες πολύ, μη μου
σπαταλάς και άλλο άδικο χρόνο.
–         Πολύ
τσαούσα είσαι εσύ! Δε μου αρέσει που αυθαδιάζεις! Αν θες να σε ελευθερώσω
πρέπει να με παρακαλέσεις και όχι να με διατάζεις αλλά να σου πω και την
αλήθεια ούτε τότε θα σε ελευθερώσω. Θα σε κρατήσω για πάντα εδώ μαζί μου!
–         Όταν
οι υπόλοιπες νεράιδες δουν πως δεν επέστρεψα θα ψάξουν  να με βρουν και θα
με βρουν και τότε θα με ελευθερώσουν.
–         Δε
μπορούν…, είπε ειρωνικά.
–         Τι
εννοείς;
–         Εννοώ
πως αυτή τη φορά πήρα τα μέτρα μου. Έκανα ένα ειδικό ξόρκι συμφωνά με το οποίο
καμία νεράιδα δε μπορεί να έρθει ακάλεστη στο πλανήτη μου ή χωρίς να τη φέρω
εγώ, οπότε δε θα μπορέσουν να σε ελευθερώσουν ποτέ! Θα μείνεις εδώ μαζί μου για
πάντα! Είπε γελώντας δυνατά!
–         Ξέρω
για σένα.. ξέρω τι έκανες στις νεράιδες… ξέρω και για το ξόρκι που σου είχε
κάνει η Αγάπη… πως κατάφερες να το λύσεις λοιπόν;
–         Μυστικά
του επαγγέλματος, αποκρίθηκε γελώντας δυνατά.
–         Όπως
και να χει εμένα θα με βρούνε οι νεράιδες και θα καταφέρουν να με ελευθερώσουν
αλλά σου λέω πως πρέπει να πάω αυτή τη στιγμή στη γη γιατί τα παιδιά μου με
περιμένουν και επειδή έχω αργήσει θα έχουν ξεκινήσει να ανησυχούν για μένα.
–         Ναι
σιγά μη κλάψουν κιόλας! Δεκάρα δε θα δώσουν!
–         Άφησέ
με τώρα! Φώναξε δυνατά!
–         Δε
με φοβάσαι ε; Το βλέπω στα μάτια σου πως δε με φοβάσαι… Γιατί όμως; Κανονικά θα
έπρεπε να με τρέμεις αυτή τη στιγμή που μιλάμε και όχι να μου αντιμιλάς…
–         Δε
πρόκειται να φοβηθώ τίποτα και κανέναν που προσπαθεί να με κρατήσει μακριά από
τα παιδιά μου!
–         Δεν
είναι δικά σου παιδιά… είναι των ανθρώπων και όταν μεγαλώσουν  ούτε καν
που θα σε θυμούνται, ποιος λοιπόν ο λόγος να τα επισκέπτεσαι τελικά;
–         Γιατί
τα αγαπώ φυσικά! Γιατί τα λατρεύω! Γιατί αναπνέω και ζω από αυτά και με αυτά!
Γιατί μου δίνουν δύναμη για να συνεχίσω και εγώ να υπάρχω εκεί πάνω, στο δικό
μου πλανήτη! Γιατί μου αρέσει να παίζω και να μιλώ μαζί τους! Γιατί μου αρέσει
να με αγγίζουν! Γιατί μου αρέσει να τα ράνω με χρυσόσκονη! Γιατί μου αρέσει να
βλέπω τους ανθρώπους ευτυχισμένους να κρατάνε τα μωρά τους αγκαλιά και να
σβήνουν τα κεράκια της τούρτας τους! Γιατί με αγαπάνε και αυτά! Γιατί κάθε φορά
που αργώ λίγο να τα επισκεφτώ, όπως τότε πριν τρία χρονιά που κοιμήθηκα και
άργησα να ξεκινήσω το ταξίδι μου έκλαιγαν που δε με είδαν και με περίμεναν με
ανυπομονησία κοιτώντας από το παράθυρο τον ουρανό! Γιατί τα κάνω και με κάνουν
να γελάω! Γιατί τότε που άργησα να τα επισκεφτώ τους έδωσα την υπόσχεσή μου πως
δε θα το ξανακάνω και αυτά με πίστεψαν και σήμερα χάρη σε σένα θα τα
απογοητεύσω ξανά και αυτή τη φορά μπορεί να μη με συγχωρήσουν! Γιατί τα αγαπάν
και δε μπορώ να ζήσω χωρίς αυτά! Γιατί με αυτά θα γίνει ο κόσμος καλύτερος!
Γιατί τα αγαπώ καταλαβαίνεις? Τα αγαπώ και δε θέλω να μου θυμόσουν! Γιατί
περιμένω πως και πως τη στιγμή να δω τις κατσούλες τους να γελάνε και να
απλώνουν τα μικρά δαχτυλάκια τους για να με αγγίξουν και να με κρατήσουν
αγκαλιά στη παλάμη τους! Γιατί….
–         Σταματά!
Φτάνει! Φτάνει! Δε θέλω, δε μπορώ να ακούσω άλλο για αγάπη! Δε μπορεί να τα
αγαπάς τόσο πολύ…. Δε μπορεί…, είπε σκεπτικός.
–         Κι
όμως μπορεί και το ξέρεις! Το βλέπεις στα μάτια μου έτσι δεν είναι; Το βλέπεις
και γι αυτό δε με κοιτάς στα μάτια… φοβάσαι ε? Έτσι δεν είναι? Γι αυτό θέλεις
να σταματήσω να μιλάω γιατί δε μπορείς να ακούς να μιλάνε για την αγάπη! Δε
μπορείς να δεχθείς πως υπάρχει αγάπη; Γιατί φοβάσαι την αγάπη μου λες; Ούρλιαξε
δυνατά.
–         Γιατί
εμένα δε με αγαπάει κανένας! Φώναξε απότομα και έκανε να φύγει βιαστικά…
–         Στάσου…
που πας? Μη φύγεις…. Συγνώμη… δεν ήθελα να σε πληγώσω… δεν ήξερα… Πρέπει να
είναι πολύ οδυνηρό να μη σε αγαπούν; Ρώτησε με γλυκιά φωνή κοιτώντας τον
τρυφερά στα μάτια.
–         Το
πιο οδυνηρό δεν είναι να μη σε αγαπούν… είναι να παρακαλάς να σε αγαπήσουν, να
προσπαθείς για αυτό και τελικά να μη σε αφήνει κανένας να μάθεις τι θα πει
αγάπη…. Ψέλλισε σιγανά.
–         Εάν
με αφήσεις να πάω στα παιδιά μου θα σε αγαπώ για πάντα και στο λέω ειλικρινά
και όχι για να σε ξεγελάσω! Στο υπόσχομαι! Θέλω να σε αγαπήσω αλλά πρέπει και
εσύ να με αφήσεις…
–         Θα
σε ελευθερώσω αλλά όχι για να με αγαπήσεις θα το κάνω γιατί που απέδειξες πως
υπάρχει αληθινή αγάπη και εγώ δε το πίστευα τόσα χρονιά ή μαλλον δεν ήθελα να
το πιστεύω…., είπε και με μια απότομη κίνηση της άνοιξε τη πόρτα.
–         Σ’
ευχαριστώ Αχμέντιε και να ξέρεις πως εγώ θα σε αγαπώ και όποτε μπορώ θα έρχομαι
να σου κάνω παρέα αλλά πρέπει να πιστέψεις στην αγάπη, να αγαπήσεις τον εαυτό
σου και μετά να αφήσεις τους άλλους να σε αγαπήσουν, όχι να τους παρακαλέσεις,
να τους αφήσεις και μετά θα δεις πως τα μάτια σου θα λάμπουν κάθε φορά από
ευτυχία όταν  θα μιλάς για αγάπη, είπε τρυφερά και δίνοντάς του ένα φιλί
στο μάγουλο, πέταξε βιαστικά προς τη γη….
Γέλασε δυνατά
και ευτυχισμένα όταν διαπίστωσε τις φατσούλες των μικρών παιδιών κολλημένες στα
παράθυρα των σπιτιών τους να τη περιμένουν με κολλημένα τα δαχτυλάκια τους
επάνω στα τζάμια, της χαμογελάνε, να τη χαιρετάνε και να χοροπηδάνε από
ευτυχία…
           
Ήθελε τόσο πολύ να τα αγκαλιάσει… και θα το έκανε…. ένα προς ένα…!

           
Γιατί έτσι πρέπει να είναι η Αγάπη… πρέπει πάντα να βρίσκει χρόνο να
επισκέπτεται όσους αγαπά…..

kikh

Tαξίδι είναι η ζωή.

SOFIAAGRA SOFIAAGRA
0 δευτ. ανάγνωσης

ΑΠΟ ΕΔΩ ΩΣ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

vasdrag vasdrag
0 δευτ. ανάγνωσης

Φανούλα – Κική Κωνσταντίνου

kikh kikh
0 δευτ. ανάγνωσης

Αφήστε μια απάντηση