Φανούλα – Κική Κωνσταντίνου

«Φανούλα», της φώναξα γλυκά.
Γύρισε, με κοίταξε με τα μεγάλα,
καθάρια, πράσινα μάτια και κούνησε κάπως μοχθηρά τη μύτη, θέλοντας να τονίσει
ακόμη περισσότερο τις φακίδες που τη κοσμούσαν.
Χαμογέλασα. Χαμογέλασα και την
είδα να απομακρύνεται.
Πως να μη χαμογελάσεις άλλωστε σε
ένα παιδί, ένα νεαρό κορίτσι που πάντα θα είναι ένα παιδί, που φεύγει;

Τη περίμενα…
Στο σημείο που την άφησα, τη περίμενα…

Πέρασε ένα ταξί
κι ύστερα ένα λεωφορείο

Ακολούθησε ένα ποδήλατο
και μια μηχανή.
Ωραία, μεγάλη κυβισμού μηχανή, χρώματος
κόκκινου με λίγο μαύρο.

και ένας πεζός
και δεύτερος
και τρίτος
και τέταρτος
και πέμπτος
και έκτος

και ξάφνου πρέπει να έγιναν πενήντα
και μετά εξήντα
και μετά εκατό;;;

Δε ξέρω
Κάπου ανάμεσα σε ξεχασμένες δεκάδες,
σταμάτησα να μετράω.

Νύχτωσε.
Περίεργο, ήμουνα εκεί απο το
μεσημέρι.

Ποτέ άλλοτε, δεν είχε αργήσει
τόσο.
Η καρδιά μου θλίφτηκε, σκέφτηκα
να φύγω.

Λίγο πιο πέρα απο ’μένα είδα έναν
νεαρό. Φορούσε σκούρο τζιν, λευκή μπλούζα και ένα μαύρο μπουφάν. Βαρύ φαινόταν.
Βαρύ. Το μπουφάν ή η ψυχή του; Δε κατάλαβα… δε θέλησα να σκεφτώ, να καταλάβω.

Κάτι μου θύμισε.
Προσπάθησα να αποφύγω τις
σκέψεις, όμως εκείνες επέστρεφαν, επέστρεφαν όλο πιο δυνατές.

Τον είδα να σου κρατά το χέρι και
να βαδίζετε μαζί. Σου έδωσε ένα τριαντάφυλλο κόκκινο και σου χάιδεψε απαλά και
κάθετα, τα μακριά πορτοκαλί, σγουρά μαλλιά σου. Στα φίλησε ελαφρώς, θυμάμαι.
Κάπως έτσι ξέφτισε η εικόνα.

Αυτός είναι, είμαι σίγουρη.
Κοίτα να δεις, κρατάει μια ροζ
γαρδένια.

Μα τι κάνει εκεί; Σε ’κείνη τη
γωνιά;
Φέγγει, φέγγει πολύ σε εκείνη τη
γωνιά και μυρίζει άνθη, λουλούδια

Εσένα περιμένει; Μα και εγώ
εσένα, περιμένω.
«Άργησες Φανούλα, άργησες…»

Θα πάω να τον ρωτήσω, ίσως ξέρει…

«Πού ειναι; Ξέρεις;» Ρώτησα με
μια φωνή που μαρτυρούσε πίεση χρόνου.

Με κοίταξε, δε μου απάντησε,
κάρφωσε το άγριο βλέμμα του στο κράσπεδο και ύστερα το επέστρεψε σε μένα, δεν
ηταν άγριο πια, έμοιαζε ήρεμο και κάπως απολογητικό.

Δε μίλησα
Δεν ήξερα τι άλλο να πω

Τον είδα να σηκώνεται όρθιος και
να τείνει το χέρι για να μου προσφέρει τη ροζ γαρδένια.

 Το ερωτηματικό μου ύφος, τον έκανε να
απαντήσει χωρίς να ακουστεί ερώτηση.

«Είναι για τη Φανή»

Έκανα πως δε κατάλαβα κι ας είχα
ήδη καταλάβει….

Τον είδα να απομακρύνεται και ένιωσα
ένα ψυχρό κρύο να φωλιάζει στη ψυχή μου.

«Άργησες Φανούλα, άργησες…»

Άργησες και ξέρω….

Έχεις μαζί σου τη λευκή τουλίπα
άραγε; Σε θυμάμαι με το λευκό σου φόρεμα να παίζεις σε ένα κήπο γεμάτο από
λευκές τουλίπες και χαμογελώ. Κρυώνω όσο περνάει η ώρα  πιο πολύ μα στη θύμησή σου χαμογελώ ακόμα.

Αύριο, αύριο πάλι εδώ, θα σου
φέρω δυο τουλίπες και θα ελπίζω ακόμα.
Αύριο ξανά, αύριο…

Μαύρα μποτάκια άλλαξαν πορεία.
Πολλές λευκές τουλίπες τα
ακολούθησαν…

kikh

ΕΝΤΡΟΠΙΑ

vasdrag vasdrag
0 δευτ. ανάγνωσης

Αφήστε μια απάντηση